Συγκριτική Μυθολογία: Ένα παραμύθι παγκόσμιο, αλλά όχι παγκοσμιοποιημένο

1-page0001

ΕΙΣΑΓΩΓΗ [i]  

Συγκριτική Μυθολογία: [1] Ένα παραμύθι παγκόσμιο,     αλλά όχι παγκοσμιοποιημένο

 «Η αλήθεια που εμπεριέχεται σε οποιοδήποτε θρησκευτικό δόγμα είναι τόσο παραλλαγμένη και συγκαλυμμένη συστηματικά», λέει ο Ζίγκμουντ Φρόυντ[ii], «έτσι ώστε το μεγαλύτερο μέρος της Ανθρωπότητας να μην μπορεί να την αναγνωρίσει.» Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν εξηγούμε σ’ ένα παιδί ότι ένας πελαργός φέρνει τα μωρά στον κόσμο. Μαθαίνοντας να αποκρυπτογραφούμε τα συμβολικά γλωσσικά ιδιώματα, θα είναι ευκολότερο να κατανοήσουμε και να διαδώσουμε την αρχαία σοφία. «Μία είναι η Αλήθεια, όμως οι σοφοί της δίνουν πολλά ονόματα», γράφουν οι Βέδδες[iii]. Η θρησκεία, η φιλοσοφία, οι τέχνες, η κοινωνική δομή του ανθρώπου όλων των εποχών, κάθε τεχνολογική κι επιστημονική εφεύρεση ή ανακάλυψη, αλλά και τα όνειρα, πηγάζουν από το μαγικό κύκλο των μύθων, και είναι οι ψυχολογικές βάσεις των γλωσσών. Οι σύγχρονοι ψυχίατροι είναι οι κυρίαρχοι του βασιλείου της μυθολογίας, του μυστικισμού και της δύναμης του λόγου, λέει ο Τζόζεφ Κάμπελ[iv], ενώ ο Ιωάννης Κακριδής[v] διδάσκει ότι ο μύθος είναι μία αξία που δε χρησιμεύει, βέβαια, ως αποδεικτικό στοιχείο, αλλά ως καθαυτό ουσία και βαθμίδα της ανθρώπινης συνείδησης, η οποία τον δημιουργεί για την ολοκλήρωση και την πληρότητά της.

  1. A. Μύθοι της Λατινικής Αμερικής και της Ελλάδας:

                                                            Παράλληλες θεωρήσεις

             Για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε διαδοθεί η ιδέα ότι οι Αμερινδοί λαοί ήταν «πρωτόγονοι ευγενείς» και αθώοι, που ζούσαν σε μία Εδέμ, και που μπορούσαν να εξαπατηθούν ανταλλάσσοντας τα χρυσοφόρα βουνά τους για μία χούφτα ψευδοκοσμημάτων με καθρεφτάκια. Εκείνοι οι αρχαίοι πολιτισμοί, όμως, που είχαν τους πυρήνες τους στις εκτενείς περιοχές που σήμερα ονομάζουμε «Μέση Αμερική»[vi] και ειδικότερα Μεξικό[vii] και Γουατεμάλα[viii], ή στις περουβιανές και βολιβιανές εκτάσεις των Άνδεων, ήταν συγκρίσιμοι με τα Ευρωπαϊκά βασίλεια της εποχής τους: ήταν οργανωμένοι σε αντίστοιχες κοινωνικές τάξεις, είχαν στρατοκρατούμενη και επεκτατική πολιτική, και διέθεταν γνώσεις αρχιτεκτονικής, αστρονομίας, ναυσιπλοΐας, μαθηματικών και άλλων επιστημών και τεχνών. Κατά την πολιτισμική σύγκρουση που επιτελέστηκε το 15ο και 16ο αι. μ.Χ., το μοναδικό πλεονέκτημα των Ισπανών και Πορτογάλων κατακτητών ήταν η οπλική τους υπεροχή έναντι των ιθαγενών.

Για να προσεγγίσουμε καλύτερα τους εναπομείναντες Μάγια (mayas) στο νότιο Μεξικό και στη Γουατεμάλα, τους Αζτέκους (aztecas) στο Μεξικό, τους Αϋμάρα (aymaras) στη Βολιβία[ix], τους Ίνκα (incas) στο Περού[x] και σ’ άλλες χώρες των Άνδεων, τους Γουαρανί (mby’a tupí-guaraní) στην Παραγουάη[xi], τους Τσίμπτσα (chibchas) στην Κολομβία[xii] και τους άλλους προκολομβιανούς λαούς της Μέσης Αμερικής, της Ζώνης της Πανανδικής Παράδοσης και των περιοχών του Αμαζονίου και της Καραϊβικής, που βρίσκονται στο περιθώριο αυτών των πολιτισμών, πρέπει να διερευνήσουμε τη μυθολογία τους, στην οποία η μοναδική ουσιαστική διαφορά από τη «Δυτική» θεώρηση επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο Άνθρωπος δεν αποτελεί το μέτρο των πάντων, σε αντίθεση με τον Κλεόβουλο[xiii], που δίδασκε το ρητό: «Μέτρον ἂριστον».

Η επιστήμη της Ανθρωπολογίας μιλάει για παράλληλη ανάπτυξη διαφορετικών πολιτισμών. Ο Κλωντ Λεβί Στρως (Claude Lévi-Strauss, 1908-2009), ο γαλλόφωνος ανθρωπολόγος, στο έργο του Race et histoire (1952) -Φυλή και Ιστορία, προκειμένου να αποδείξει ότι η πολιτιστική και η βιολογική διαφορετικότητα είναι δύο διακριτά πράγματα, αναφέρει ότι δύο κουλτούρες που δημιουργούν άνθρωποι, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια φυλή, μπορεί να διαφέρουν περισσότερο μεταξύ τους από ότι δύο κουλτούρες, οι οποίες αντιστοιχούν σε ομάδες που διαφέρουν φυλετικά.

Β. Γουατεμάλα:

Μάγια, οι επιστήμονες [2]

             Ο λαός των Μάγια (maya), που σήμερα αριθμεί 6.000.000 ψυχές, αποτελεί τον υπέρτατο εκπρόσωπο των υψηλών πολιτισμών της Μέσης Αμερικής –μίας περιοχής που εκτείνεται από το κεντρικό Μεξικό, μέχρι τη βόρεια Κόστα Ρίκα[xiv]-, στην οποία οι Μάγια, τοποθετούνται μεταξύ του πορθμού του Τεγουαντεπέκ (Tehuantepec)[xv] –στο νότιο Μεξικό-, μέχρι τη βόρεια Ονδούρα[xvi]. Το Μαγιάμπ ή Μαγια’έτικ (Mayab, Maya’etik) –«η χώρα των Μάγια»- έχει αντίστοιχα δύο φυσικά περιβάλλοντα: τις (ασβεστολιθικές) πεδινές εκτάσεις του Γιουκατάν (Yucatán) –της «χώρας της γαλοπούλας[xvii] και του ελαφιού[xviii]»- με τα πολυάριθμα πηγάδια τζόνοτ (dzonot)[xix] -στο νότιο Μεξικό- και τα (ηφαιστειογενή) υψίπεδα του Κουτσουματάν (Cuchumatán)[xx] –το «βασίλειο του Κάτω Κόσμου»-, στη βόρεια Γουατεμάλα, όπου γράφτηκε το Πόπολ Βουχ.

Η ιστορία τους χωρίζεται σε εννέα περιόδους: την αρχαϊκή (3.000 – 1.800 π.Χ.), την πρώιμη προκλασική (1.800 – 1.000 π.Χ.), τη μέση προκλασική (1.000 – 300 π.Χ.), την ύστερη προκλασική (300 π.Χ. – 250 μ.Χ.), την πρώιμη κλασική (250 – 600 μ.Χ.), την ύστερη κλασική (600 – 800 μ.Χ.), την τελική κλασική (800 – 925 μ.Χ.), την πρώιμη μετακλασική (925 – 1.200 μ.Χ.) και την ύστερη μετακλασική (1200 – 1530 μ.Χ.)[xxi]. Κατά την πρώτη περίοδο, εμφανίζονται οι ομάδες κυνηγών, αλιέων και τροφοσυλλεκτών, ενώ η απαρχές της ζωής σε χωριά, η κοινωνική διαστρωμάτωση και οι τέχνες, όπως η αγγειοπλαστική και η γλυπτική ειδωλίων ξεκινούν στη δεύτερη. Τότε λαμβάνουν και τις επιρροές των Ολμέκων (olmecas)[xxii] –του «μητρικού» πολιτισμού της Μέσης Αμερικής, ο οποίος βάσιζε την οικονομία του στο ελαστικό κόμμι (καουτσούκ, ακόρεστος υδρογονάνθρακας, πολυμερές του ισοπρενίου, γαλάκτωμα latex). Οι Μάγια των πεδινών εκτάσεων του Γιουκατάν αρχίζουν ν’ αναπτύσσονται στην τρίτη περίοδο, και στην τέταρτη -την ύστερη προκλασική-, εμφανίζεται η πρώτη χρονολογημένη στήλη στο Τικάλ (Tikal)[xxiii] της βορειοανατολικής Γουατεμάλας. Τότε επιτελείται και η μαζική οικοδόμηση των πυραμίδων, ενώ αναπτύσσεται η ιερογλυφική γραφή και το ημερολόγιο. Ένας άλλος σημαντικός πολιτισμός, εκείνος του Τεοτιγουακάν (Teotihuacán)[xxiv], επιρρέασε τους Μάγια κατά την πέμπτη περίοδό τους. Το βασίλειο του Πακάλ (Pakal)[xxv], στο Παλένκε (Palenque)[xxvi] του νοτιοανατολικού Μεξικού, σηματοδοτεί το απόγειο αυτού του πολιτισμού, ενώ οι Τολτέκοι (toltecas)[xxvii] φτάνουν στο Γιουκατάν όταν ο κλασικός πολιτισμός των Μάγια καταρρέει, γύρω στο έτος 900 μ.Χ. Τότε ιδρύεται το βασίλειο του Πετέν (Ιτσά) [Petén (Itzá)] στη βορειοανατολική Γουατεμάλα, και δημιουργούνται οι θαυμάσιες τοιχογραφίες του Μποναμπάκ (Bonampak)[xxviii] στο νότιο Μεξικό. Αυτή η εισβολή συσχετίζεται με τη μυθική ηγεσία του Φτερωτού Φιδιού Κουκουλκ’άν (Kukulk’an). Την πέμπτη και τελευταία περίοδο, από το 1.200, έως και την άφιξη των Ισπανών κατακτητών το 1530, ιδρύονται πόλεις-κράτη στα υψίπεδα της Γουατεμάλας, όπως εκείνα των Κακτσικέλ (Kaqchiquel) και των εχθρών τους των Κ’ιτσέ (K’iché) –οι οποίοι συγκέντρωσαν όλη την προφορική παράδοση των χιλιετηρίδων, και την κατέγραψαν στην ιερή τους «Βίβλο», το Πόπολ Βουχ (Pópol Wuj).

Μία άλλη σημαίνουσα προσωπικότητα της ημι-μυθικής κοινωνίας των Μάγια ήταν ο Αχ-Κακάου (Aj-Kakaw) -ο βασιλιάς και κύριος του κακάο. Είναι, επομένως κατανοητό ότι αυτός ο αστικός πολιτισμός βάσιζε την οικονομία του στην αγροκαλλιέργεια. Το καλαμπόκι, που καλλιεργούν μέχρι και σήμερα στις μίλπας (milpas), θεωρείται μία από τις πολιτισμικές/θεϊκές υπερτροφές των μεσοαμερικανών ιθαγενών. Η αρχαία πεντάδα του καλαμποκιού, του κακάο[xxix], του κουκιού, της καυτερής πιπεριάς[xxx] και της κολοκύθας, αποτελούσαν τις επί μέρους κουλτούρες, που –σαν παζλ- σχημάτιζαν τον πολύχρωμο χάρτη του πολιτισμού των Μάγια.

Στην αρχιτεκτονική, οι Μάγια διακρίθηκαν στην κατασκευή πυραμίδων[xxxi], τις οποίες διακοσμούσαν με ανάγλυφα στιλιζαρισμένα ιδεογράμματα. Είναι, επίσης, εκπληκτικές οι τοιχογραφίες στο Μποναμπάκ του νότιου Μεξικού. Πανέμορφα είναι και τα κοσμήματα από πράσινο νεφρίτη και ιαδεΐτη (jade), ο οποίος ήταν πολύτιμος σ’ εκείνη την κοινωνία. Είναι, όμως, μύθος το ότι είχαν ολόκληρες χρυσές πόλεις. Αντίθετα, το χρυσάφι το εισήγαγαν από άλλους ιθαγενείς λαούς της Αμερικανικής ηπείρου. Ίσως πρόκειται λοιπόν, για έναν μύθο που επιβίωσε από την εποχή των Ισπανών κατακτητών του 16ου αι., οι οποίοι αναζητούσαν το Ελ Δοράδο (El Dorado), τη «Χρυσή Πολιτεία της Ζούγκλας».

(Βλ. σχ. 10, 12 & 61.)

Εκτός όμως από τις τέχνες, ανέπτυξαν και τις επιστήμες, για τη μελέτη

των οποίων, δημιούργησαν και μία «ιερογλυφική» γραφή με λογογράμματα, δηλαδή «εικόνες-κείμενα». Σημαντική πρόοδος της αρχαιολογίας, και συγκεκριμένα της επιγραφικής, μας επιτρέπει σήμερα να διαβάσουμε περίπου το 85% του συνόλου των κειμένων που διασώθηκαν χαραγμένα στα ιερατικά και ανακτορικά κτίρια.[xxxii] Αυτό σημαίνει ότι οι Μάγια είναι ο μοναδικός ιστορικός πολιτισμός του Νέου Κόσμου: οι γραπτές μαρτυρίες[xxxiii] ανάγονται στον 3ο αι. μ.Χ.[xxxiv] Έτσι, η ιστορία αυτού του γοητευτικού λαού είναι χαραγμένη πάνω στα μνημεία του.

Οι Μάγια χρησιμοποιούσαν τρία αριθμητικά σύμβολα: την κουκίδα για το ένα, τη γραμμή για το πέντε κι ένα στιλιζαρισμένο όστρακο για το μηδέν. Το μαθηματικό τους σύστημα ήταν εικοσαδικό. Η γνώση της έννοιας του μηδέν σηματοδοτεί το υψηλό επιστημονικό πνεύμα αυτού του πολιτισμού.

Η αστρονομία –που τότε ήταν ακόμη αστρολογία- ήταν η σημαντικότερη ασχολία της άρχουσας κάστας των ιερέων. Μπορούσαν να προβλέπουν τις εκλείψεις του Ηλίου της Σελήνης και της Αφροδίτης[xxxv]. Υπολόγιζαν το χρόνο με τρεις τρόπους:

α.  ιερά έτη τσoλ κ’ιν (tzol k’in)[xxxvi] με 13 μήνες των 20 ημερών κ’ιν (k’in) = 260 ημέρες,

β. ηλιακά «κοίλα» έτη χάαμπ (jaab) με 18 μήνες των 20 ημερών = 360 ημέρες, τις οποίες ακολουθούσε μία αποφράδα περίοδος ουάγιεμπ (wayeb’) των 5 ημερών.

Πίστευαν ότι η τελευταία ημέρα του κάθε μήνα ήταν το μέσον με το οποίο το μέλλον (κι όχι το παρελθόν) επηρεάζει το παρόν.

γ.    ενότητες της 1, 20, 360, 7.200 και 144.000 ημερών.

(Βλ. σχ. 31)

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΣΟΛ Κ’ΙΝ

No. 1
ΟΝΟΜΑ

ΗΜΕΡΑΣ

ΛΟΓΟΓΡΑΜΜΑ

ΣΕ ΠΕΤΡΑ

ΣΕ ΚΩΔΙΚΑ (1) ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ

ΓΙΟΥΚΑΤΑΝ

(ΜΕΞΙΚΟ)

ΚΛΑΣΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΝΝΟΙΕΣ & ΘΕΟΙ ΓΛΩΣΣΑ

ΜΑΓΙΑ

ΚΙΤΣΕ

(ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ)

01 Ίμις Imix Imix (?) / Ha’ (?) Man (Μαν) = Γη. Κροκόδειλος = το ερπετοειδές σώμα της Γης, ο Κόσμος, νούφαρο. Imox
02 Ικ’ Ik Ik’ Chaac (Τσάακ) = Βροχή. Άνεμος, πνοή, ζωή, βία. Iq’
03 ΄Ακ’μπ’αλ Akbal Ak’b’al (?) B’alam (Μπ’αλάμ) = Ιαγουάρος. Το βασίλειο του  νυχτερινού ταξιδιού του  θεού Ήλιου, ο Οίκος  του Σκότους, ο Κάτω Κόσμος, αυγή. Aq’ab’al
04 Κ’αν Kan K’an (?) Ah-Min (Αχ-Μιν) = Καλαμπόκι. Ο Κύριος του νεαρού καλαμποκιού που φέρνει  αφθονία,  ωριμότητα. Ερπετό, δίχτυ. K’at
05 Τσικτσάν Chikchán (άγνωστο) Chikchán (Τσικτσάν) = Ουράνιο κοσμικό φίδι. (2). Kan
06 Κιμί Kimí Cham (?) Yum-Kimí (Γιούμ-Κιμί) = Θάνατος, αναγέννηση. Kamé
07 Μάνικ Manik Manich’ (?) Ελάφι, σύμβολο του θεού του κυνηγιού. Kej
08 Λαμάτ Lamat Ek’ (?) Lajun Chan (Λαχούν Τσαν) = Πλανήτης Αφροδίτη. Κουνέλι, (3) ηλιοβασίλεμα. Q’anil
09 Μούλουκ Muluk (άγνωστο) Νερό που συμβολίζεται από τον πράσινο νεφρίτη (jade), (4), προσφορά στους θεούς των υδάτων, ψάρι. Toj
10 Οκ Ok (άγνωστο) Σκύλος, οδηγός του Ήλιου κατά το νυχτερινό του ταξίδι στον Κάτω Κόσμο. Tz’i’
11 Τσουέν Chuwén (άγνωστο) Πίθηκος, θεός των τεχνών και της γνώσης, νήμα. B’atz’
12 Εμπ Eb (άγνωστο) Χόρτο που συσχετίζεται με τη βροχή, καταιγίδα, σημείο. E’
13 Μπεν Ben (άγνωστο) Πράσινο καλαμπόκι, αυτός που φροντίζει για την ανάπτυξη του σπόρου και του ανθρώπου, καλάμι, αφθονία. Aj
14 Ις Ix Hix (?) Ιαγουάρος, ο νυκτερινός Ήλιος, καλαμπόκι (5). I´x, B’alam
15 Μεν Men (άγνωστο) Ix Chbel-Yaax (Ις Τσμπέλ-Γιάας) = σελήνη, αετός, πτηνό, σοφός. Tzik’in
16 Κιμπ Kib (άγνωστο) Κουκουβάγια, γύπας, πτηνά του θανάτου της ημέρας και της νύχτας, κερί, ψυχή, έντομο. Ajmaq
17 Καμπάν Kabán Chab’ (?) Γη, σεισμός, ισχυρή δύναμη, εποχή, ευφυΐα, σοφία, γνώση. No’j
18 Ετσνάμπ Etznab (άγνωστο) Ημέρα ανθρωποθυσιών. Τελετουργικό μαχαίρι ή  και καθρέπτης από οψιδιανό. (6) Tijax
19 Καουάκ Kawak (άγνωστο) Καταιγίδα, Ουράνιο Φίδι-Δράκος (7), θεοί της βροντής και του κεραυνού. Kawoq
20 Αχάου Ahau Ajaw Κύριος, ο θεός Ήλιος, Κάτοχος του Φυσοκάλαμου, Ύψιστος. Ajpu
(1)   Κώδικες (códices) ονομάζονται τα χειρόγραφα, εικονογραφημένα βιβλία των πολιτισμών της Μέσης Αμερικής από φυτικό χαρτί. (Βλ. σχ. 33)

(2)  Ο πολιτισμικός ήρωας, θεός και βασιλιάς Kukulk’an. (Βλ. σχόλιο 42☼).

(3)   Σύμβολο της δυαδικότητας, λόγω των χωρισμένων στα δύο χειλιών του. Η λαγωχειλία ήταν ένα ταμπού αντίστοιχο εκείνου των Δίδυμων Ημίθεων Ηρώων. (Βλ. σχ. 44).

(4)   Είδος πέτρας, πολύτιμης για τους Μάγια.

(5)   Πολλά σύμβολα επαναλαμβάνονται. Αυτό,  όμως, είναι φαινομενικό: στις παραδοσιακές κοινωνίες, υπάρχουν πολλές διαφορετικές λέξεις, οι οποίες  χαρακτηρίζουν το κύριο συστατικό του πολιτισμού, ανάλογα με το είδος, μέγεθος, σχήμα, χρώμα, τη  γεύση ή  τη μυρωδιά και γενικά, την ιδιότητα ή ποιότητα, π.χ.: νεαρό καλαμπόκι, κίτρινο καλαμπόκι, κλπ… (151☼☼)

(6)   Ο οψιδιανός ή οψιανός (opsiano lapide) είναι ένα είδος ηφαιστειακής πέτρας, μαύρης, γυαλιστερής και πολύ κοφτερής, με την οποία οι ιθαγενείς της Μέσης Αμερικής  κατασκεύαζαν τα τελετουργικά μαχαίρια για τις ανθρωποθυσίες.

(7)   Ο Κουκουλκ’άν/Γκ’ουκουμάτς (Kukulk’an/K’ukumatz) των Μάγια και ο Κετσαλκόατλ  (Quetzalcóatl) των Αζτέκων, δηλαδή  το θεϊκό φτερωτό φίδι, παρουσιάζει  κοινά πολιτισμικά στοιχεία με τον κινέζικο δράκο. (Βλ. σχ. 42☼ στο παράρτημα και σχόλιο 2 αυτού του πίνακα). Οι κινέζικοι δράκοι (   lóng) ήταν στενά συνδεδεμένοι με το στοιχείο του νερού και επομένως, των καιρικών φαινομένων. Ως κυβερνήτες των ποταμών, λιμνών και θαλασσών, απεικονίζονταν ανθρωπομορφικά, με αυτοκρατορικά ενδύματα. Τέσσερεις δράκοι συμβόλιζαν επίσης τα σημεία του ορίζοντα: την Ανατολική και  τη Νότια Σινική Θάλασσα, το Δυτικό Ινδικό Ωκεανό και τη Βόρεια Λίμνη Βαϊκάλη. Έτσι, οι Κινέζοι τους αφιέρωναν ναούς και θυσίες.

☼ Γενικά, παρατηρούμε ότι ένα λογόγραμμα των Μάγια (όπως και ένα κινέζικο ιδεόγραμμα χαν ζι [ 漢字 hànzì]), μπορεί να έχει διάφορες –και πολλές φορές αντίθετες μεταξύ τους- έννοιες.

 

Πολλά από τα παραπάνω προσωποποιημένα ιερά σύμβολα έχουν πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ιστορίες του Πόπολ Βουχ.

Ο ημερολογιακός κύκλος περιλάμβανε 52 έτη και αποτελείτο από 3 αντιμετατιθέμενους κύκλους. Ο ένας είχε 20 ημέρες με διαφορετικά ονόματα. Η κάθε ημέρα ήταν προάγγελος ενός οιωνού, έτσι ώστε η αναπόδραστη αλληλουχία των ημερών να λειτουργούσε σαν μία μηχανή που φανέρωνε συνεχώς τα μελλούμενα και το πεπρωμένο των ανθρώπων. Ο δεύτερος κύκλος ήταν αριθμημένος από το 1 έως το 13. Ο μεγάλος κύκλος περιστρεφόταν αριστερόστροφα, ενώ ο μικρός δεξιόστροφα. Έτσι, η ίδια ημέρα εμφανιζόταν με διαφορετικούς αριθμούς. Για να εμφανιστεί ο ίδιος συνδυασμός ημέρας και αριθμού, χρειαζόταν 52 περιστροφές. Ο τρίτος κύκλος είχε 13 μήνες.

Ο χρόνος ξεκινά για τους Μάγια την 0.0.0.0.0. 4 Αχάου (Ajaw) 8 Κουμκ’ού (Kumk’u), δηλαδή στις 13 Αυγούστου του έτους 3.114 π.Χ., και σύμφωνα με τις αρχαίες προφητείες, την 13.0.0.0.0. 4 Αχάου 3 Καν Κιν (Kan K’in), δηλαδή στις 21 Δεκεμβρίου του έτους 2012 μ.Χ., ο Κόσμος μας θα δώσει τη θέση του σ’ ένα νέο κύκλο ύπαρξης.

Οι Μάγια γνώριζαν επίσης το ζωδιακό κύκλο.

Στον παρακάτω πίνακα εμφανίζονται οι ζωδιακοί συμβολισμοί:

ΙΕΡΟΓΛΥΦΙΚΟ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΥΜΒΟΛΟ
       
Κόκκινος Δράκος Imix Τρέφει Γέννηση
Λευκός Άνεμος Ik’ Επικοινωνεί Πνεύμα
Μπλε Νύχτα Ak’b’al Ονειρεύεται Πλούτος
Κίτρινος Σπόρος K’an Εστιάζει, συγκεντρώνει Πληθώρα
Κόκκινο Φίδι Chikchán Επιβιώνει Άνθιση, Αναπαραγωγή
Λευκός Σύνδεσμος των Κόσμων Kimí Ισορροπεί Θάνατος, Αναγέννηση
Μπλε Χέρι Manik’ Γνωρίζει Συνειδητοποίηση, Πραγματοποίηση
Κίτρινο Άστρο Lamat Ενσταλάζει ομορφιά Κομψότητα
Κόκκινη Σελήνη Muluk Καθαρίζει Οικουμενικά Ύδατα
Λευκός Σκύλος Ok Αγαπά Καρδιά
Μπλε Πίθηκος Chuwén Παίζει Μαγεία
Κίτρινος Άνθρωπος Eb Επιρρεάζει Ελεύθερη βούληση
Κόκκινος Ταξιδευτής των Ουρανών Ben Εξερευνά Χώρος, Διάστημα
Λευκός Μάγος Ix Γοητεύει Αιωνιότητα
Μπλε Αετός Men Δημιουργεί Όραμα
Κίτρινος Πολεμιστής Kib Διερευνά Ευφυΐα
Κόκκινη Γη Kabán Αναπτύσσεται Ναυσιπλοΐα
Λευκός Καθρέφτης από οψιδιανό Etznab Αναλογίζεται, προβληματίζεται Κορεσμός
Μπλε Καταιγίδα Kayak Καταλύει Αυτοδημιουργία
Κίτρινος Ήλιος Ahau Φωτίζει Οικουμενική Φωτιά

Βέβαια, στις γεωγραφικές συντεταγμένες 14° 42′ Β y 15 °N Β –όπου βρίσκεται ο κόσμος των Μάγια-, ο Ήλιος φτάνει στο ζενίθ στις 12 Αυγούστου και στις 30 Απριλίου, σ’ ένα διάστημα των 260 ημερών. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το ότι κάθε περίοδος των 260 ημερών ακολουθείται από μία άλλη των 105, και επίσης με τον παράγοντα της μετατόπισης των αστερισμών στο ουράνιο στερέωμα κατά την πάροδο των αιώνων, καθιστά δύσκολη την αντιστοίχηση του ζωδιακού κύκλου σ’ εμάς εδώ, στην Ευρώπη. Όμως σε περιοχές της Γουατεμάλας χρησιμοποιείται ακόμη και στην εποχή μας για την καλλιέργεια του καλαμποκιού από τους απογόνους ιθαγενείς των Μάγια.

Η ιδέα των κυκλικών δημιουργιών και καταστροφών της Φύσης και της Ανθρωπότητας είναι τυπικό γνώρισμα των μεσοαμερικανικών –και όχι μόνο[xxxvii]– θρησκειών.

Όταν έφτασαν οι Ισπανοί κατακτητές στην περιοχή του Γιουκατάν και της Γουατεμάλας, οι Μάγια δεν αποτελούσαν έναν πολιτισμικά ενωμένο λαό.  Υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των φυλών, τόσο στην πολιτική διοίκηση, όσο και στον ημερολογιακό κύκλο και στη θρησκεία. Η θρησκεία των Μάγια ήταν συνυφασμένη με την αστρονομία. Κάθε αστρονομικός/αστρολογικός θεός που έδινε το όνομά του σε χρονικές περιόδους, όταν πέθαινε είχε μία μετενσάρκωση στον Κάτω Κόσμο, περνώντας έτσι κάτω από τη Γη για να εμφανιστεί και πάλι στον ανατολικό ουρανό.

Για να κατανοήσουμε αυτές τις χρονικές περιόδους, παραθέτουμε στη συνέχεια έναν πίνακα των μηνών των Μάγια.

 

Μήνες (winal)
Ποπ (Pop) Ψάθα
Ουό (Wo)  Μαύρη συγκυρία
Σιπ (Zip) Κόκκινη συγκυρία
Σοτς’ (Zotz’) Νυχτερίδα
[Τ]σέκ[ος] ([T]zek[os])  = ?
Σουλ (Xul) Σκύλος
Γιας Κιν (Yax K’in) Νέος Ήλιος
Μολ (Mol) Νερό
Τσ’εν (Ch’en) Μαύρη καταιγίδα
Γιαξ (Yax) Πράσινη καταιγίδα
Σακ (Zak) Λευκή καταιγίδα
Κεχ (Kej) Κόκκινη καταιγίδα
Μακ (Mak) Κλεισμένο
Κ’αν Κ’ιν (K’an K’in) Κίτρινος Ήλιος
Μοουάν (Muwán) Κουκουβάγια
Πας (Pax) Περίοδος σποράς
Κ’αγιάμπ’ (K’ayab’) Χελώνα
Κουμκ’ού (Kumk’u) Σιταποθήκη
– – –
Ουαγιέμπ’ (Wayeb’) 5 αποφράδες ημέρες

Κατά τον μήνα Ποπ (Pop), γιόρταζαν την αρχή του έτους, ανανεώνοντας τα υλικά αγαθά τους και απέχοντας από την κατανάλωση αλατιού και πιπεριάς, όπως και από τη σεξουαλική επαφή.

Στο μήνα Ουό (Wo), γινόταν οι γιορτές προς τιμήν των ιερέων και των μάγων· έκαιγαν λιβάνι κοπάλ στο θεό  Κ’ινίτς Αχάου Ιτσαμνά (K’initz Ajaw Itzamná), ο οποίος θεωρείτο ως ο Υπέρτατος Ιερέας. Ράντιζαν τα ιερά κείμενα με «παρθένο ύδωρ», ένα είδος αγιασμού, τον οποίον έφερναν από βουνά όπου ίσχυε το άβατο για τις γυναίκες, και ο ιερέας έκανε προβλέψεις για το μέλλον.

Την περίοδο του μήνα Σιπ (Zip), οι ιερείς μαζί με τις γυναίκες τους τιμούσαν τη θεά Ις Τσέλ (Ix Chel) κι έκαναν επικλήσεις στον Ιτσαμνά, το Σιτμπολοντούν (Citbolontun) και τον Αχάου Τσαμαχέτς (Ajaw Chamajetz), το θεό της ιατρικής. Την έβδομη ημέρα του ίδιου μήνα καλούσαν με τελετουργικούς χορούς τις θεότητες του κυνηγιού: Αχ-Κανκούμ (Aj-Kankum), Σουχουισίμπ Σιπιταμπάϊ (Zujuyzib Zipitabai) και άλλους. Οι χορευτές εμφανίζονταν με κεφαλές ελαφιών βαμμένες θαλασσί. Ο εορταστικός μήνας έκλεινε με τελετές για τους θεούς της αλιείας Αμπκακνεσόι (Abkaknexoi), Αμππούα (Abpua) και Αχ-Σιτσαμαλκούν (Aj-Citzamalkun).

Ο Σοτς’ (Zotz’) ήταν ο μήνας των μελισσοκόμων.

Κατά το μήνα [T]σέκ[ος] ([T]zek[os]) δεν επιτρεπόταν να χυθεί αίμα. Οι τέσσερις θεοί Μπακάμπ (bakab), είχαν τότε την τιμητική τους. Τους προσέφεραν, λοιπόν, γλυκίσματα από μέλι κι έπιναν μπάλτσε (balche) -ένα οινοπνευματώδες ποτό, το οποίο έπαιρναν από το φλοιό του κορμού του δέντρου Lonchucarpus violaceus.

Στο μήνα Σουλ (Xul) –ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον Κουκουλκ’άν (Kukulk’an), δηλαδή το Φτερωτό Φίδι-, τιμούσαν τον αρχηγό του στρατού.

Την περίοδο του μήνα Γιας K’ιν (Yax K’in), έβαφαν τα εργαλεία όλων των τεχνιτών και αγροτών με μία ανοιχτόχρωμη μπλε μπογιά, και αφού συγκέντρωναν τα παιδιά στην κεντρική πλατεία, τους έδιναν συμβολικά μερικά μικρά χτυπήματα στους καρπούς των χεριών, για να γίνουν ικανοί τεχνίτες.

Κατά το μήνα Μολ (Mol), οι μελισσοκόμοι προσεύχονταν στους θεούς για να έχει η γη τους πολλά και καλά λουλούδια. Γιόρταζαν τρυπώντας τα αφτιά τους με ένα αγκάθι του κάκτου μαγγέυ (maguey – agave americana) και βγάζοντας από εκεί αίμα.

Ο Τσ’εν (Ch’en) κι ο Γιας (Yax) ήταν οι μήνες της ανακαίνισης των ναών. Τιμούσαν, τότε, τους θεούς του καλαμποκιού.

Στο μήνα Σακ (Zak) εξευμένιζαν τους θεούς. Η μόνη αιματοχυσία που γινόταν αποδεκτή από τους θεούς ήταν εκείνη της ανθρωποθυσίας. Έτσι, όταν πήγαιναν για κυνήγι, έκαιγαν λιβάνι κοπάλ (copalli) στους θεούς, και άλειφαν τα πρόσωπα των ειδώλων τους με το αίμα από την καρδιά του σκοτωμένου ζώου.

Η γιορτή του μήνα Κεχ (Kej) ήταν κινητή· τότε γιόρταζαν μεθώντας και προσφέροντας αγαθά στους θεούς.

Στο μήνα Μακ (Mak), τα γηραιά μέλη της κοινωνίας Μάγια πραγματοποιούσαν την τελετή του «θανάτου της φωτιάς»: έκαιγαν καρδιές πουλιών και άλλων ζώων. Έβαφαν, επίσης, μπλε, τα πρώτα σκαλοπάτια των πυραμίδων-ναών.

Η περίοδος του μήνα Μοουάν (Muwán), αντιστοιχούσε στη γιορτή του κακάο. Θυσίαζαν ένα σκύλο αλειμμένο με κακάο και πρόσφεραν στους θεούς ιγουάνες (σαύρες iguana) βαμμένες μπλε και φτερά πουλιών.

Ο Πας (Pax) ήταν ο μήνας εορτασμού των στρατιωτικών θριάμβων.

Τέλος, κατά τους μήνες Κ’αϋάμπ’ (K’ayab’) και Κουμκ’ού (Kumk’u), προετοιμάζονταν για την αποφράδα περίοδο Ουαγιέμπ’ (Wayeb’)των 5 ημερών.

Ας αφήσουμε, όμως, το Πόπολ Βουχ -τη «Βίβλο των Μάγια»- να μας παρουσιάσει στα επόμενα κεφάλαια την γοητευτική Δημιουργία του Κόσμου της και των μαγικο-θρησκευτικών τελετουργιών.

☼☼☼

            Σύγχρονοι μελετητές[xxxviii], αναλύοντας χάρτες διαφόρων πόλεων των Μάγια, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι παρουσιάζουν ένα συγκεκριμένο σχήμα, που ονομάζεται μορφοκλασματικό πρότυπο. Για να κατανοήσουμε τη λειτουργία του, θα πρέπει να λάβουμε ως παράδειγμα το φυτό που λέγεται φτέρη: το κάθε κλαδάκι της μοιάζει με μία μικρότερη φτέρη, η οποία επίσης αποτελείται από άλλες μικρότερες διακλαδώσεις –ίδιες με τις προηγούμενες. Λειτουργεί, δηλαδή, σαν το τρίγωνο του Σιερπίνσκι[xxxix]. Έτσι, σύμφωνα με τον αριθμό των οικισμών σε κάθε πόλη και τη γεωγραφική τους κατανομή, σχηματίζονται (επαναλαμβανόμενα) μορφοκλασματικά πρότυπα στους χάρτες των αρχαίων πόλεων. Αυτά έχουν ένα συντελεστή που δείχνει την ταχύτητα της κλιμάκωσης του σχήματος της αυτο-ομοιότητας: όσο μικρότερα είναι τα άλματα ανάπτυξης κάθε νέου επιπέδου, τόσο μεγαλύτερο είναι το μορφοκλασματικό μέγεθος. Αυτά τα μεγέθη αλλαγών προκαλούνται από διάφορους παράγοντες: είτε από φυσικά φαινόμενα, είτε από ανθρώπινες αιτίες, όπως δασικές πυρκαγιές ή πόλεμοι, αντίστοιχα.

Τα φαινόμενα αυτά έχουν ως συνέπεια την αυτο-οργανωμένη κρισιμότητα από πλευράς του ανθρώπινου δυναμικού. Μία τέτοια αντίδραση μπορούμε να την κατανοήσουμε, αν πάρουμε ως παράδειγμα τις συσπάσεις τοκετού μίας εγκύου, ή τις αντιδράσεις ενός πληθυσμού μετά από έναν σεισμό. Πρόκειται, λοιπόν, για μία προοδευτικά αυξανόμενη αστάθεια, η οποία –όταν φτάσει στο μέγιστο σημείο- κάνει το σύστημα να επανέρχεται σε μία πιο σταθερή δομή. Είναι, δηλαδή, σαν ένα λοφάκι από άμμο, το οποίο αυξάνει το μέγεθός του κάθε φορά που του προσθέτουμε έναν κόκκο. Από κάποιο σημείο κι έπειτα, γίνονται στις πλαγιές του μικρές κατολισθήσεις, που μειώνουν τη γωνία κλίσης του λόφου. Όμως, ο τελευταίος κόκκος θα προκαλέσει μία τελική, μεγάλου μεγέθους κατολίσθηση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στα κοινωνικά συστήματα αυτο-οργανωμένης κρισιμότητας, μία αιτία φαινομενικά ασήμαντη, μπορεί να επιφέρει δραματικές επιπτώσεις, ακόμη και την πτώση ενός ολόκληρου πολιτισμού.

Έτσι, η μεγάλης κλίμακας κατανομή των οικισμών των Μάγια –μετά από επαναλαμβανόμενους πολέμους, κατακερματισμούς των τοπικών βασιλείων κι επανένωσης των πόλεων-κρατών-, επέφερε μία αυτο-οργανωμένη κρισιμότητα στην κοινωνία του Γιουκατάν, η οποία προκάλεσε την κατάρρευση του πολιτισμού τους.

Πολιτικές και οικονομικές ήταν, επομένως, οι αιτίες της πτώσης των Μάγια πριν από την άφιξη των Ισπανών κατακτητών του 16ου αι. Οι μελέτες αυτές απέδειξαν ότι όταν η χρήση της γης, το εμπόριο, η διακυβέρνηση και η εργασία είναι βελτιστοποιημένα κατά το μέγιστο και το κοινωνικό σύστημα δεν παρουσιάζει κενά, τότε το μορφοκλασματικό μέγεθος φτάνει στο 2, πράγμα που σημαίνει μία επερχόμενη καταστροφή.

Παρόμοιες μελέτες έγιναν και στον αρχαιολογικό χώρο της Σπάρτης, στην Ελλάδα. Εκεί, το μορφοκλασματικό μέγεθος κατά το έτος 600 π.Χ., άγγιζε το 0,7, ενώ 1.299 χρόνια αργότερα, έφτασε στο 1. Αυτό έδειξε στους Βρετανούς επιστήμονες  Γ. Καβάνα και Ρ. Λάξτον ότι υπήρξαν μεγάλες αλλαγές στη διακυβέρνηση, οι οποίες επέφεραν σταδιακά μία πιο σταθερή και δίκαιη κοινωνία στη Λακωνία.

 

  1. I. Κοσμογονία:

            Η δημιουργία του χωροχρόνου

 

            Πολιτισμοί που στηρίζουν την πίστη ότι πριν τη Δημιουργία τους υπήρχε το Χάος, ή διαδοχικοί Κόσμοι παρελθόντων, παρόντων ή μελλοντικών χρόνων, έχουν εμφανιστεί κι από τις δύο πλευρές του «βάλτου» -όπως κάποιοι μιγάδες της Αμερικής συνηθίζουν ν’ αποκαλούν τον Ατλαντικό Ωκεανό: «el otro lado del charco». Οικουμενικές καταστροφές που προκαλούνται από τα θεμελιώδη στοιχεία της Φύσης, έχουν διεγείρει το θεϊκό νου –που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον ανθρώπινο- να πειραματιστεί με τις ζωτικές ουσίες, για να κατορθώσει υλικές και πνευματικές αναγεννήσεις της Ανθρωπότητας.

Οι δημιουργοί και ιδρυτικοί πυρήνες δίνουν σχεδόν πάντα τη θέση τους σε θεϊκούς αυτοκράτορες, που εκπροσωπούν τις συντηρητικές δυνάμεις του σύμπαντος. Πρόκειται για πνεύματα που μετουσιώνονται σύμφωνα με την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου που τα διατηρεί. Οι θεοί είναι αυτοί που ρίχνουν τους Ήρωες στην πορεία των δοκιμασιών, τους οδηγούν στο κατώφλι του Κάτω Κόσμου, και τους ενθαρρύνουν ν’ αποτολμήσουν μία εποικοδομητική επάνοδο στο γήινο Κόσμο του λαού τους.

Ο διαπολιτισμικός Ήρωας είναι ο ομφαλός του μικρόκοσμού

του. Είναι ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε δύο Κόσμους και δωρητής αγαθών στην Ανθρωπότητα. Πολεμιστής, εραστής, τύραννος και σωτήρας, είναι ταυτόσημος με όλα τα άτομα κάθε κοινωνικού συνόλου. Ολόκληρο αυτό το κοσμογονικό/θεογονικό και ηρωικό σύστημα, έχει τις ρίζες του στη μετουσίωση της υλικής και πνευματικής θυσίας.

Στις μυθολογίες του κόσμου, συνήθως η Κοσμογονία και ο Κατακλυσμός αποτελούν δύο αλληλένδετους αλλά διακριτούς κύκλους. Σε αυτήν την σύντομη ανάλυση, τοποθετούμε αυτά τα δύο στοιχεία μαζί, εφ’όσον ο Κατακλυσμός συμβολίζει την αναδημιουργία.

  1. Πόπολ Βουχ,

Η Βίβλος των Μάγια της Γουατεμάλας

 Το χειρόγραφο του Πόπολ Βουχ (Pópol Wuj)[xl], σε γλώσσα κ’ιτσέ-μάγια (k’í-tzè maya), πρωτομεταφράστηκε από το μοναχό Φρανθίσκο Δε Χιμένεθ (Francisco de Ximénez)[xli] και σημαίνει: «Βιβλίο των Συμβουλών», ή «Βιβλίο της Κοινότητας». Αποτελεί μία προσπάθεια του αρχαίου Ανθρώπου να εξηγήσει την προέλευση του Κόσμου, των φαινομένων της Φύσης και του πολιτισμού και είναι γεμάτο με μεταφορικούς και συμβολικούς όρους του εσωτερισμού, αρχαϊσμούς και φράσεις που ακολουθούν τη δομή της ιθαγενούς σκέψης. Θεωρείται ως το «Εθνικό» βιβλίο της Γουατεμάλας, τόσο για τη λογοτεχνική αξία του, όσο και για τις πρωτογενείς του παραδόσεις. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία ενότητα, αλλά αποτελείται από πολυάριθμες διηγήσεις –σε πρωθύστερο σχήμα- που δημιουργούν ένα σύνολο θρησκευτικού χαρακτήρα. Τα σύμβολά του είναι προβολές από έναν πνευματικό ορίζοντα σ’ ένα υλικό επίπεδο, κι αποκαλύπτουν την προέλευση των πολύπλοκων τελετουργιών των σύγχρονων Μάγια. Μία λεπτομέρεια που πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν είναι ο παραλληλισμός της ινδιάνικης αυτής βίβλου με τις Γραφές της Χριστιανικής παράδοσης. Αυτό είναι εμφανές στις πρώτες παραγράφους του Πόπολ Βουχ:

«Τα πάντα βρίσκονταν σε εκκρεμότητα· αρχέγονη ενέργεια σε σιγή, δόνηση και ζύμωση.

Τα πάντα ήταν ακίνητα και κενά, όπως κενή εμφανιζόταν και η ουράνια έκταση.

[…]

Μόνο ο Δημιουργός, ο Πλάστης, ήταν εκεί, μες το πράσινο νερό, και γύρω του φως.

Τα σπέρματα των πραγμάτων είχαν τεθεί από Εκείνον, με όλη την αγνότητα ανάμεσα στα ύδατα.»

Το κείμενο αυτό χρησιμοποιήθηκε για τον προσηλυτισμό των Μάγια στο Χριστιανισμό. Επομένως, κατά τον αναλυτή Ρενέ Ακούνια (René Acuña), πρόκειται για ένα κείμενο των ιθαγενών, προσαρμοσμένο στην Ισπανική/Καθολική νοοτροπία.

Οι πρόγονοι Γκ’ουκουμάτς (K’ukumatz)[xlii]☼ και Τεπέου (Tepew) ήταν μεγάλοι σοφοί. Το Φτερωτό Φίδι Γκ’ουκουμάτς και η Καρδιά του Ουρανού -που λεγόταν και Χουν Χουρακάν (Jun Jurakán)[xliii]– συνομιλούσαν για τη Δημιουργία του Κόσμου. Ο θεϊκός λόγος δημιούργησε την πρώτη παγκόσμια αυγή και τα βουνά, που βγαίνοντας μέσα από τη θάλασσα, αποτέλεσαν τη Γη. Εκεί ζήτησαν οι Προγεννήτορες να εμφανιστούν τα πεύκα του λιβανιού κοπάλ (copal), τα παραδείσια πτηνά κετσάλ (quetzal), τα ερπετά και οι ιαγουάροι (jaguar, ocelote). Απογοητευμένοι, όμως, διαπίστωσαν ότι τα ζώα δε διέθεταν κατάλληλη ομιλία για να τους λατρέψουν.

Αποφάσισαν τότε να δημιουργήσουν την πρώτη Ανθρωπότητα, αλλά επειδή ήταν από άργιλο, η ομιλία τους δεν ήταν κατανοητή.

Δύο γηραιοί μάντεις, ο Σπιγιάκοκ (Xpiyakok) και η Σμουκανέ (Xmukané) –οι γονείς των Δίδυμων Hμίθεων Ηρώων[xliv] Χουν Χουναχπού (Jun Junajpú) και Βουκούμπ Χουναχπού (Vukub Junajpú)-, τους συμβούλεψαν να φτιάξουν ανθρώπους από ξύλο. Αυτή η δεύτερη Ανθρωπότητα δεν είχε ούτε ψυχή, ούτε κατανόηση, σεβασμό ή έκφραση, κι όλα αυτά, επειδή δεν είχαν αίμα. Έτσι, καταστράφηκε από έναν θεϊκό κατακλυσμό.[xlv]

Η σύγχρονη γενιά έγινε από καλαμπόκι, όμως στις απαρχές της ύπαρξής της είχε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνάμεις των θεών, για αυτόν το λόγο οι θεοί θόλωσαν με την πνοή τους τη ματιά των ανθρώπων, δίνοντάς τους ως αντάλλαγμα την απόλυτη γνώση και την ευτυχία. Αυτό, όμως, συνέβη μετά από πολλούς αγώνες των Δίδυμων Ημίθεων Ηρώων.

Στη συνέχεια, ο Χουναχπού (Junajpú) κι ο Σμπαλανκέ (Xbalanké) αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Βουκούμπ Κακίς (Vukub Kakíx) –τον τρομερό Παπαγάλο που αποσκοπούσε να γίνει ο κυρίαρχος του Κόσμου, συμβολίζοντας τον Ήλιο και τη Σελήνη συγχρόνως –όπως κι ο Τσανγκό (Shangó) των Αφροκουβανών Ορίτσα (orisha). Το πτηνό εκείνο της κομπορρημοσύνης, εκμεταλλευόμενο το κακό σημάδι των τόξων των Δίδυμων, ξερίζωσε το χέρι του Χουναχπού και ξέφυγε πετώντας.

Το ζευγάρι των γηραιών μάγων-θεραπευτών κατάφεραν να βγάλουν τα

δόντια του μυθικού πουλιού και να φυτέψουν στη θέση τους σπόρους καλαμποκιού, επιστρέφοντας έτσι στον Χουναχπού το κομμένο του χέρι.

Ακολουθούν κι άλλες περιπέτειες με σκοπό την καταπολέμηση της έπαρσης και του εγωισμού.

Στο δεύτερο –και σημαντικότερο μέρος του βιβλίου-, οι Δίδυμοι Ημίθεοι Ήρωες Χουν Χουναχπού (Jun Junahpú[xlvi]) και Βουκούμπ Χουναχπού (Vukub[xlvii] Junahpú), κατάφεραν να περάσουν το κατώφλι του Κάτω Κόσμου Σιμπαλμπά (Xibalbá) ενώ οι επίσης δίδυμοι γιοί τους και ήρωες της δεύτερης γενιάς, ο Χουναχπού (Junajpú) κι ο Σμπαλανκέ (Xbalanké) κατάφεραν ν’ αναληφθούν στον ουρανό, έχοντας ξεπεράσει όλες τις δοκιμασίες, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι κανονικοί άνθρωποι.

Στο τρίτο και στο τέταρτο βιβλίο του Πόπολ Βουχ, ακολουθούμε το παλλίνδρομο ταξίδι των πρώτων φυλών Μάγια από και προς την Ανατολή· το κείμενο τελειώνει με την αναφορά των οίκων και των ηγετών τους, από την πρωτοϊστορική περίοδο έως και την ισπανική κατάκτηση.

Σύμφωνα με το Πόπολ Βουχ, οι άνθρωποι γεννιούνται για να τρέφουν τους θεούς με τις προσευχές και τις θυσίες τους. Χωρίς τον Άνθρωπο δεν ικανοποιείται το Εγώ των θεών.

Διαφαίνεται μία μόνιμη πάλη ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, ανάμεσα

στους θεούς και στην κόλαση. Ο νικητής πρέπει πάντα να χρησιμοποιεί δόλιες μεθόδους για να επιτύχει το στόχο του. Εξηγούν οι ιθαγενείς αυτήν τη νοοτροπία, λέγοντας ότι το κακό μπορεί μόνο πλαγίως να ηττηθεί, έτσι ώστε να υπερισχύσει το καλό. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την αρετή που πρέσβευαν οι αρχαίοι Έλληνες. (Το αν την τηρούσαν, είναι ένα άλλο θέμα…)

Από θεολογική άποψη, το Πόπολ Βουχ είναι μία Βίβλος του Ενοθεϊσμού, δηλαδή του πολυθεϊστικού δόγματος που πρεσβεύει την ύπαρξη ενός ύψιστου θεού υπεράνω άλλων, κατώτερων θεών.

☼☼☼

Το ανώνυμο χειρόγραφο Πόπολ Βουχ, στη γλώσσα κ’ιτσέ των ιθαγενών Μάγια της ορεινής Γουατεμάλας, μεταδιδόταν πριν από 5.000 χρόνια από γενιά σε γενιά μέσω του προφορικού λόγου κι έπειτα γράφτηκε με λογογράμματα στην πέτρα, για να καταλήξει να βρεθεί γραμμένο σε φυτικό χαρτί (στα μέσα του 17ου αι. μ.Χ.) στη γλώσσα των ιθαγενών, αλλά με λατινικό αλφάβητο. Μεταφράστηκε από τον Ισπανό μοναχό Φρανσίσκο Δε Χιμένες, στα 1722, σε μία πρωταρχική μορφή με πολλά λατινικά στοιχεία, η οποία συμπληρώθηκε αργότερα από αναρίθμητες μελέτες και έρευνες. Σήμερα, παρουσιάζουμε σε αυτήν την πρώτη Ελληνική έκδοση του 21ου αι., μία ευκολονόητη κι ευχάριστη στην ανάγνωση εκδοχή αυτού του ινδιάνικου επικολυρικού έργου, προσαρμοσμένη στη νοοτροπία της σύγχρονης εποχής, που παρουσιάζει με έναν δικό του μαγικο-ρεαλιστικό τρόπο τις θρησκευτικές και κοινωνικές δομές των ιθαγενών της Μέσης Αμερικής. Για να επιτευχθεί αυτή η μελέτη και η μετάφραση ανάμεσα στον ιδιωματικό και τον κυριολεκτικό λόγο, χρησιμοποιήθηκε το πρωτότυπο κείμενο (στη γλώσσα κ’ιτσέ/μάγια) με τις αντίστοιχες ετυμολογικές σημειώσεις του Άλλεν Κρίστενσον (Allen J. Christenson), όπως αυτό έχει μεταγενέστερα αντιγραφεί και φυλάσσεται σε διάφορες βιβλιοθήκες (Μαδρίτη, Παν/μιο Σαν Κάρλος (Uni. San Carlos) Αντίγουα (Antigua) Γουατεμάλα, Νιούμπερρυ (Newberry) Σικάγο, κλπ…). Αυτό υποβλήθηκε σε σύγκριση με τη μετάφραση του Φ. Χιμένες κι εμπλουτίστηκε με επεξηγήσεις σύγχρονων μελετητών, (όπως ο Αδριάν Ρεσίνος[xlviii] [Adrián Recinos], 1979), αλλά και κάποιων ιθαγενών Μάγια, που γνωρίζουν τις λογοτεχνικές μορφές και τα σύμβολα της ιερατικής γλώσσας Κ’ιτσέ (Αδριάν Ινές Τσάβες[xlix] [Adrián Inés Chávez], 1981). Μεγάλη βοήθεια, επίσης, μας προσέφερε το Ισπανικό-Μάγια Λεξικό και η Γραμματική της κλασικής γλώσσας μαγιατάν (mayathán), των M. Θαβάλα & A. Μεδίνα (M. Zavala & A. Medina), που εκδόθηκαν στην πόλη Μέριδα (Mérida) του Γιουκατάν, στο Μεξικό, τα έτη 1898 & 1896, αντίστοιχα.

Σε ορισμένα σημεία, έχουμε αποφύγει κάποιους στίχους που θεωρήσαμε ίσως κουραστικούς για τους σύχγρονους «δυτικούς» αναγνώστες. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η προετοιμασία ενός τετράπλευρου χωραφιού καλαμποκιού μ’ ένα σπάγκο μέτρησης:

«Η τετραπλή δημιουργία των πλευρών, το τετραπλό γώνιασμα,

το μέτρημα, η τετραπλή οριοθέτηση,

το μοίρασμα του σπάγκου, το τέντωμα του σπάγκου,

στον ουρανό, στη γη,

οι τέσσερις πλευρές, οι τέσσερις γωνίες.»[l]

 Επίσης, προσαρμόσαμε τον ισπανικό λόγο του 18ου αι. και τη σύνταξη της λαϊκής αφήγησης, στο σύγχρονο ελληνικό μορφολογικό επίπεδο και σύμφωνα με την εξέλιξη του διηγήματος:

«(I)xbalanqué. Un Mono manteníase tocando flauta. Se mantenía hablando. Ya después llegaba Un Cerbatanero Shbalanké y ya no llevaba pájaros cuando entraba, entonces se encolerizó la abuela.»:

 «Ο Χουν Μπ’ατς’ [κι ο Χουν Τσουέν τα έτρωγαν όλα και μετά] άρχιζαν να παίζουν τη φλογέρα και να τραγουδούν, [χωρίς να δίνουν τίποτα στα μικρότερα αδέρφια τους].

 Κάποτε εκείνοι [ο Σμπαλανκέ κι ο Χουναχπού] ήρθαν στο σπίτι χωρίς να έχουν πιάσει κανένα πουλί.

«Γιατί δε φέρνετε πουλιά;», τους ρώτησε θυμωμένη η γιαγιά τους.»

 Επιπλέον, ερμηνεύτηκαν οι όροι του λατινοαμερικανικού λεξιλογίου, όπως: «τσιλακαγιότε» (chilacayote) = [από τη γλώσσα νάουατλ (náhuatl) των Αζτέκων]: λευκό κεφάλι → cidra = κίτρο + cayote = αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο // είδος κολοκυθιού της Γουατεμάλας. Σε αυτό το πόνημα ακολουθούμε την ορθογραφία που προτείνει ο Τσάβες (Chávez)· όσες ινδοαμερικανικές γλώσσες δεν ανήκουν στην προφορική παράδοση, είχαν  στην αρχαιότητα ιδεογράμματα, τα οποία μεταγράφηκαν, κατά την αποικιακή περίοδο, σε λατινική γραφή, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται σήμερα από μία αλληλουχία ορθογραφικών πειραματισμών και περίεργων γλωσσολογικών συμβόλων…

            Η συγκριτική μετάφραση αυτής της έκδοσης του Πόπολ Βουχ, με οδηγό το πρωτότυπο κείμενο στη γλώσσα κ’ιτσέ/μάγια ήταν μία εργασία αρκετά δύσκολη, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα, κι αυτό λόγω των αρχαϊσμών που εμφανίζονται συχνά· π.χ. στο στίχο:

«Waral xchiqatzibaj wi = θα “σπείρουμε” (καταγράψουμε) τον αρχαίο λόγο»

το μόρφημα «xchi’» δε χρησιμοποιείται πλέον στη σύγχρονη γλώσσα των ορεινών Μάγια. Είναι βεβαιωτικό μόριο, δηλωτικό του Μέλλοντα στην Οριστική έγκλιση.

Γνωρίζοντας  ότι στην αρχαιότητα δεν  υπήρχε ο σημερινός πληθυντικός ευγενείας (εσείς, σας, κλπ.), το διατηρήσαμε  σε ορισμένα σημεία, βασιζόμενοι στην ευρύτατη χρήση του  usted, -es στη σύγχρονη Λατινική  Αμερική, ακόμη και σε  περιπτώσεις οικειότητας.

Κατόπιν, δώσαμε ορισμένα επεξηγηματικά στοιχεία για τους τόπους στους οποίους εξελίχθηκε η ιστορία του Πόπολ Βουχ (Γκ’ουμαρκάαχ, K’umarkaaj κλπ…) –και που σήμερα παρουσιάζουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον, όπως και για την παραδοσιακή γαστρονομία των Μάγια (τσιλμόλ, chilmol κλπ…), και αναφέρουμε όλα τα κύρια ονόματα και τα τοπωνύμια με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες. Φυσικά, υπάρχουν συνοπτικά βιογραφικά στοιχεία των κυριότερων ιστορικών προσώπων και των μελετητών αυτού του πολιτισμού, όπως και περιληπτικά εθνολογικά στοιχεία των κυριότερων φυλών και τόπων της αμερικανικής ηπείρου.

Τέλος, οι συχνοί διάλογοι κάνουν το κείμενο πιο ενδιαφέρον· δεν πρόκειται, λοιπόν, για μία ανιαρή καταγραφή μυθικών στοιχείων, αλλά για μία «θεατρική» απόδοση της παράδοσης ενός λαού.

Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφερθεί ότι στη θέση των τίτλων –οι οποίοι δεν είναι σταθεροί ανάμεσα στις διάφορες παραλλαγές και μεταφράσεις του Πόπολ Βουχ ανά τους αιώνες-, έχουμε τοποθετήσει μικρές προτάσεις/αποσπάσματα του κειμένου, που δηλώνουν την κορύφωση της αφήγησης.

Όσο για τις παραγράφους, αυτές έχουν καταχωρηθεί σύμφωνα με τα κείμενα των Ρεσίνος και Τσάβες.

Έχουμε, επομένως διατηρήσει τη μέγιστη πιστότητα των στίχων, (παρ’ όλο ότι αυτή αμφισβητείται σήμερα πλέον, ακόμη και για το πρώτο κείμενο του Φ. Χιμένες – ο οποίος δεν κατάφερε να μας μεταδώσει την κοσμοθεωρία και το συναισθηματικό κόσμο των Μάγια), ενώ συγχρόνως έχουμε προσπαθήσει –με τα σχόλια στο τέλος του βιβλίου, τις υποσημειώσεις στο κάτω μέρος των σελίδων και μέσω αυτού του εισαγωγικού σημειώματος- να λύσουμε τα αινίγματα που για αιώνες έμεναν κρυμμένα στο αρχαίο κείμενο, ν’ αποφύγουμε τις υπερβολικές μεταφυσικές «εξηγήσεις» και να συγκρίνουμε τα σύμβολα και τις έννοιες της μαγικο-θρησκευτικής λογοτεχνίας, των μύθων και των τελετουργιών του μεγαλύτερου μεσοαμερικανικού πολιτισμού με τις αντίστοιχες των κυριότερων φυλών της Αμερικανικής ηπείρου, αλλά και της αρχαίας Ελλάδας.

Πρόκειται, επομένως, για προβολές στοιχείων από το πνευματικό επίπεδο στη σύγχρονη εθνική νοοτροπία των ιθαγενών.

Είναι, λοιπόν, το Πόπολ Βουχ, ένα αφήγημα που αποτελείται από σύντομες ιστορίες. Ο λόγος του (στη γλώσσα κ’ιτσέ των Μάγια) είναι ποιητικός, ενώ οι πράξεις των πρωταγωνιστών ηρωικές, πράγμα που μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε το έργο αυτό ως επικολυρικό. Η μετατροπή του ήρωα σε αντιήρωα, θέτει το κείμενο στα πλαίσια του θρύλου, ενώ η προσωποποίηση των ζώων που μιλούν κάνει αυτό το βιβλίο ένα παραμύθι για μεγάλους. Ως μύθος, δίνει εξηγήσεις για την προέλευση του Κόσμου.

Εν τέλει, θεωρείται ως μνημείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που κεντρίζει τα όμορφα μυστικά της ανθρώπινης διανόησης και των συναισθημάτων.

Πρόκειται, λοιπόν, για μία μετάφραση ως άσκηση εγκλιματισμού στην πλανόδια ιπποσύνη των ρολογιών χωρίς ώρες· για να βρεθούμε έξω από τον πραγματικό χρόνο· εκτός κοινών τόπων· για να ζήσουμε την αυγή και την καταχνιά, από τις οποίες θα βγούμε με τα μάτια πεινασμένα για τα γλυκά πράγματα της Γης, με τις άλλες αισθήσεις, τις πάντα πρόθυμες να εκφραστούν: την όσφρηση, τη γεύση, την αφή και την ακοή… -θα λέγαμε- παραφράζοντας τον Μιγγέλ Άνχελ Αστούριας (Miguel Ángel Asturias, βλ. σχ. 91).

Η μετάφραση, λοιπόν, ως άσκηση του γραπτού, αλλά και –στη μορφή τής διερμηνείας- του προφορικού λόγου, είναι ένας απαιτητικός σύντροφος της γλώσσας: μέσω της αναζήτησης του θησαυρού εκείνων των λημμάτων που εκφράζουν πληρέστερα τις αφηρημένες έννοιες της διανόησης, και των συντακτικών δομών -που σαν το μίτο της Αριάδνης, οδηγούν σε διεξόδους προς την κατανόηση των εθνικών νοοτροπιών-, παρέχει επάρκεια, τόσο στο δέκτη-αναγνώστη, όσο και το μεταποιητή-μεταφραστή (αυτού του ξένου ρούχου) -για να μην τον ονομάσουμε δημιουργό. Για να επιτευχθεί όμως αυτό το μετακείμενο, είναι απαραίτητη η γνώση του πολιτισμικού υπόβαθρου του συγγραφέα και του περιβάλλοντος στο οποίο ανέπτυξε το λόγο του. Αυτή είναι, άλλωστε, η σημαντικότερη λειτουργία της μετάφρασης: η συνάντηση δύο Κόσμων.

  1. Μεξικό: Αζτέκοι [li], συλλέκτες… πολιτισμών

Ο μύθος των πέντε Ηλίων: Πειραματισμοί με τις ουσίες

             Στη Μέση Αμερική, οι Αζτέκοι (aztecas) πίστευαν ότι είχαν υπάρξει κι άλλοι Κόσμοι πριν από το δικό τους, οι οποίοι φωτίζονταν από τέσσερις Ήλιους[lii], ο καθ’ ένας από τους οποίους είχε διάρκεια 260 ημερών –όπως κι ο ένας από τους δύο ημερολογιακούς κύκλους των Μάγια-, και ταυτίζονταν με τέσσερις αντίστοιχες θεότητες και τέσσερις ανθρωπότητες. Ο κάθε Ήλιος συνδεόταν αντίστοιχα με τη γη, τον άνεμο, τη φωτιά ή το νερό. Αυτά τα στοιχεία συνέθεταν ή κατέστρεφαν εκείνους τους Κόσμους.

Ο πρώτος Ήλιος –ο Οσέλοτονατίου (Ocelotonatiuh)- ήταν ο δημιουργός της φωτιάς, του ουρανού, της Γης, της θάλασσας, του Κάτω Κόσμου, του πρώτου ζεύγους ανθρώπων και του ιερού ημερολογίου. Στη Γη κατοικούσε μία φυλή γιγάντων, οι οποίοι κατασπαράχθηκαν από μία αγέλη ιαγουάρων οσέλοτλ (océlotl), που βγήκαν από τη θάλασσα. Λένε οι Αζτέκοι ότι τα απολιθώματα μαμούθ που έβρισκαν κοντά στην αρχαία πρωτεύουσά τους, την Τενοστίτλαν (Tenoxtitlán)[liii], ήταν τα κόκαλα εκείνων των γιγάντων.

Ο δεύτερος Ήλιος –ο Εχέκατονατίου (Ehecatonatiuh)- ήταν ο δημιουργός του ανέμου. Η Ανθρωπότητα εκείνου του Κόσμου παρασύρθηκε από τυφώνες. Διηγούνται οι ιθαγενείς ότι οι μαϊμούδες που τρέχουν τρομαγμένες ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων, είναι οι απόγονοι εκείνων των πρωτανθρώπων. Στο Πόπολ Βουχ, τη Βίβλο των Μάγια της Γουατεμάλας, υπάρχουν αναφορές για ημίθεους που μεταμορφώθηκαν σε μαϊμούδες.

(Βλ.: Εισαγωγή: Κεφ. ΙΙ. Ήρωας, 1. Γουατεμάλα).

Ο τρίτος Ήλιος –ο Κιάουτονατίου (Quiauhtonatiuh)- ήταν της βροχής. Η Ανθρωπότητα εξολοθρεύτηκε από μία πύρινη βροχή –ίσως λάβα από τα ηφαίστεια της κοιλάδας του Ανάουακ (Anáhuac), στο κεντρικό Μεξικό. Οι απόγονοι των ανθρώπων εκείνων είναι οι γαλοπούλες.

Ο τέταρτος Ήλιος –ο Άτονατίου (Atonatiuh)- ήταν του νερού. Η Ανθρωπότητα πνίγηκε σ’ έναν κατακλυσμό. Τα ψάρια που γνωρίζουμε σήμερα είναι οι ψυχές εκείνων των ανθρώπων. Κατακλυσμιαία καταστροφή της δεύτερης Ανθρωπότητας από ξύλο υπάρχει και στο Πόπολ Βουχ των Μάγια.

Ο πέμπτος Ήλιος -ο Νάουι όλιν (Nahui ollin), που σημαίνει: «4-σεισμός» (όχι: σεισμοί)-, δημιουργήθηκε στη μητρόπολη Τεοτιγουακάν (Teotihuacán) [βλ. σχ. 24], του ομώνυμου πολιτισμού. Το όνομά του φανερώνει το μοιραίο μας μέλλον…

Στην παράδοση των Μάγια –που ζουν σε περιοχές του Μεξικού και της Γουατεμάλας-, ο έκτος Ήλιος ήταν εκείνος που έφερε την επάνοδο του πολιτισμικού ήρωα, βασιλιά και θεού, δηλαδή του Φτερωτού Φιδιού Κουκουλκ’άν (Kukulk’an) [βλ. σχ. 42☼]. Όταν, λοιπόν, έφτασαν οι Ισπανοί Κατακτητές στο Γιουκατάν (Yucatán), στις 27 Φεβρουαρίου του 1520, οι ιθαγενείς, νομίζοντας ότι ήταν οι θεοί τους που επέστρεφαν –όπως τους είχαν υποσχεθεί-, τους προσκύνησαν, χάνοντας έτσι για πάντα την ανεξαρτησία τους και την εθνική τους ταυτότητα.[liv]

3. Περού: Ίνκα [lv], πολιτισμικοί ενωποιητές

    Οι πέντε Ήλιοι επαναλαμβάνουν τη Δημιουργία

του Κόσμου στο Νότο

             Όπως οι Αζτέκοι στο Μεξικό, έτσι και οι Ίνκα (inca) στο Περού, χώριζαν τις δυναστείες των προϊστορικών βασιλείων τους σε χιλιετηρίδες και περιόδους που κατέληγαν σε κατακλυσμούς. Κάθε τέτοια χρονική περίοδος αντιστοιχούσε σ’ έναν Ήλιο και σε μία διαφορετική Ανθρωπότητα.

Η πρώτη εποχή ήταν των Γουάρι Βιρακ’ότσα ρούνα (Wari Wiraqhocha runa), δηλαδή των ανθρώπων του Βιρακ’ότσα –του θεού των υδάτων- όπως ο τρίτος και ο τέταρτος Ήλιος των Αζτέκων.

Η δεύτερη εποχή ήταν των Γουάρι ρούνα (Wari runa), των ιερών ανθρώπων. Η τρίτη ήταν η εποχή των άγριων ανθρώπων Π’ούρουν ρούνα (Phurun runa). Οι πολεμιστές Άουκα ρούνα (Auka runa) αντιστοιχούσαν στην τέταρτη εποχή. Ο Ήλιος της πρώτης εποχής καταστράφηκε από ασθένειες και πολέμους, σύμφωνα με τους δυσμενείς οιωνούς. Στο τέλος της δεύτερης περιόδου, ο Ήλιος κουράστηκε κι αρνήθηκε να προσφέρει το φως του στην Ανθρωπότητα για 24 ώρες. Παρ’ όλες τις θυσίες που προσέφεραν οι άνθρωποι στους θεούς, ο Κόσμος κάηκε από μία ουράνια φωτιά –όπως ο τρίτος Ήλιος των Αζτέκων.

Ο τρίτος Ήλιος των Ίνκα κατέληξε σε κατακλυσμό –όπως και ο τέταρτος των Αζτέκων, αλλά και η δεύτερη Ανθρωπότητα από ξύλο του Πόπολ Βουχ.

Το τέλος της τέταρτης ηλιακής περιόδου δεν αντιστοιχεί σε καμία κοσμική καταστροφή: οι άνθρωποι έγιναν πλαδαροί, αδιάφοροι και χωρίς πρωτοβουλίες, κι επιδίδονταν σε σεξουαλικές καταχρήσεις. Για την αιμομιξία, όμως, θα μιλήσουμε αργότερα.

Η Ανθρωπότητα αναγεννήθηκε –για πέμπτη φορά- από τον Μάλλκου Κ’άπακ (Mallku Qhapaq), έναν από τους τέσσερις αδερφούς Άγιαρ (Áyar), -τα αυτοκρατορικά πνεύματα- ο οποίος βγήκε από τη σπηλιά Πακάρικτάνπου (Paqariqtanpu), κοντά στο Κούσκο (Qosqo, Cuzco, Cusco)[lvi] του Περού, κι αφού νίκησε τους αδελφούς του, ίδρυσε την Ινκαϊκή Αυτοκρατορία στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, που λεγόταν Ταγουάντινσούγιου (Tawantinsuyu).

(Βλ. σχ. 67)

  1. Παραγουάη: Μμπ’α Τουπί-Γουαρανί [lvii],

θεολόγοι μίας οικολογικής θρησκείας.

«Ρέει ο λόγος από τα δέντρα»

             Ο Γάλλος ανθρωπολόγος Πιέρ Κλαστρ (Pierre Clastres)[lviii] χαρακτήρισε τους ιθαγενείς Μ’μπ-α Τουπί-Γουαρανί (Mb’a tupí-guaraní), που ζουν στην Παραγουάη ως τους «μεγάλους θεολόγους του δάσους». Οι σοφοί τους –που λέγονται Καραΐ (karaí)- συνομιλούν με τους θεούς, και χρησιμοποιούν ως όχημα γι’ αυτήν την πνευματική μετάβαση τον ονομαζόμενο «όμορφο πρωτογενή λόγο» -ή αλλιώς: ñe’e porã tenondé (νιέ’ε ποράν τενονντέ)-, δηλαδή τη θρησκευτική τους μυθολογία, σύμφωνα με την οποία:

«[…] Μέσα από τη θεϊκή του γνώση των πραγμάτων,

γνώση που δημιουργεί την ύλη,

τα δημιουργεί και δημιουργείται ο ίδιος·

μ’ αυτά φτιάχνει την ίδια του τη θεότητα, ο Πατέρας μας.

Η Γη δεν υπάρχει ακόμη,

βασιλεύει η αρχέγονη νύχτα·

δεν υπάρχει γνώση των πραγμάτων,

θεμέλιο του επερχόμενου λόγου.

Μ’ αυτά φτιάχνει την ίδια τη θεότητά του

ο Νιαμανντού, Πατέρας Αληθινός, Πρώτος.

[…]

Δημιουργούνται τα θεμέλια του επερχόμενου λόγου·

γνώριμο Ένα που συγκεντρώνει

μέσα απ’ τη θεϊκή γνώση των πραγμάτων,

γνώση που δημιουργεί την ύλη,

κάνει ν’ αναβλύζει, μοναδική

η πηγή του ιερού άσματος. […]»

Αυτό σημαίνει:

Μες τη σκοτεινιά που προϋπήρχε των πάντων, ο «Πατέρας μας ο Πρώτος και Αληθινός» προκάλεσε τη Δημιουργία από το ίδιο του το σώμα -δηλαδή το αρχέγονο Χάος- (που εδώ μπορεί να συγκριθεί με το αντίστοιχο Χάος της μυθολογίας από τη Γουατεμάλα, αλλά και από την αρχαία Ελλάδα), (βλ. παρ. 8 αυτής της εισαγωγής), και αυτο-ονομάστηκε Νιαμανντού (Ñamandú). Η Δημιουργία του Εαυτού του προήλθε από την ακτινοβολία της θεϊκής του σοφίας, που βρισκόταν σ’ αυτό που έμελλε να μεταμορφωθεί στην ίδια του την καρδιά.

Η μεγαλοπρεπής εκείνη διαδικασία παρομοιάζεται με την ανάπτυξη ενός δέντρου: τα πόδια του είναι οι ρίζες, τα χέρια του κλαδιά, έχει τα δάχτυλα σα φύλλα και το κεφάλι του καλύπτει τη ζούγκλα σαν πράσινη  ομπρέλα.

(Συγκριτικά, βλ. σχ. 138).

Η δεύτερη φάση της Δημιουργίας αποτελείται από την εμφάνιση του ανθρώπινου γένους και της ικανότητας του να μιλά. Το Πορανγκουέ’ί (Porangüé’i) –ο θεϊκός λόγος-, που διακρίνεται σαφώς από το αβά νιέ’ε (awá ñe’e) –το λόγο του κοινού θνητού-, φέρνει τον Άνθρωπο στο σημείο ν’ απολαμβάνει την αθανασία.

Το επόμενο στάδιο είναι εκείνο της δημιουργίας τεσσάρων βοηθητικών θεοτήτων: του Νιαμανντού-Μεγάλη Καρδιά, που είναι ο Κύριος του Λόγου, -σαν τον Ου Κ’ους Κ’αχ (U K’ux K’aj), την Καρδιά του Ουρανού των Μάγια-, του Καραΐ –του Μέγιστου Κυρίου της Ηλιακής Φωτιάς-, του Γιακαϊρά (Jacairá) –δηλαδή του Κροκόδειλου και Κυρίου της Ομίχλης-, που μετριάζει τη θερμοκρασία του τροπικού δάσους, και του Tupã –που είναι ο Κύριος των Υδάτων και του Κεραυνού. Ο καθένας τους απέκτησε μία σύντροφο που ονομάζεται Αληθινή Μητέρα.

Ο Νιανντερού Μ’μπα’εκουά (Ñanderu Mba’ekuá), ο Σοφός Πατέρας, -τον οποίον είχε δημιουργήσει ο Πρώτος και Αληθινός Πατέρας, ο Νιαμανντού, τον συναντά και μαζί πλάθουν μία γυναίκα από μία πήλινη στάμνα. Το όνομά της είναι Ñandesy. Εκείνη συνάπτει αιμομικτικές σχέσεις και με τους δύο, και αποκτά δίδυμα -έναν γιο από κάθε πατέρα. Όταν ο Νιαμανντού συνειδητοποιεί την αιμομιξία, πηγαίνει να ζήσει στο ουράνιο στερέωμα. Η  έγκυος Ñandesy πηγαίνει να τον συναντήσει, αλλά στο δρόμο κατασπαράσσεται από τους ιαγουάρους Γιαγουαρετέ (yaguareté) [Panthera onca]. Τα θεϊκά έμβρια, όμως, επιβιώνουν, και τα μεγαλώνει η γιαγιά των ιαγουάρων. Παρατηρούμε ότι η γέννηση θεϊκών διδύμων από αιμομιξία αποτελεί κοινό στοιχείο ανάμεσα στους προκολομβιανούς πολιτισμούς.

Η τέταρτη και τελευταία φάση της Δημιουργίας γεννά τον άνδρα και τη γυναίκα, τη Γη που θα κατοικήσουν και το φυτικό και ζωικό βασίλειο. Ένας μπλε ιερός φοίνικας βρίσκεται στο κέντρο αυτής της εγκύου Γης. Αυτό το δέντρο στηρίζεται σε άλλους τέσσερις φοίνικες, μπλε και αιώνιους, που εκτείνονται προς τις κατευθύνσεις των τεσσάρων Ανέμων και του Χρόνου. Ακολουθεί η Δημιουργία του Αιθέριου Στερεώματος –το οποίο επίσης στηρίζεται σε τέσσερα κλαδιά και σ’ ένα ακόμη, κεντρικό. Στη συνέχεια, το φίδι μ’μπόι (mboi) ορίζει με τις γραμμές του σώματός του την επιφάνεια της γης, ενώ ο πολύχρωμος τζίτζικας δημιουργεί τους ήχους. Το έντομο που λέγεται «χιρίνο» (girino) [δεν πρόκειται για το γυρίνο, δηλ. το νεογνό του βατράχου], γλιστρώντας πάνω στην επιφάνεια του νερού, του δίνει ζωή κι η πράσινη ακρίδα φτιάχνει τα λιβάδια, ενώ η κουκουβάγια ρίχνει στη Γη τη νύχτα. Ο δασύπους (armadillo) είναι ο καταστροφέας των γήινων θεμελίων.

Αυτή ήταν η Πρωταρχική Γη, η Άσπιλη, που λεγόταν Yvy mara’eỹ, η οποία εξαφανίστηκε μ’ έναν κατακλυσμό, όπως ο τρίτος Ήλιος των Ίνκας, ο τέταρτος των Αζτέκων και η δεύτερη ανθρωπότητα από ξύλο του Πόπολ Βουχ, όταν ο Άχρονος Χρόνος τελείωσε κι ο Άνθρωπος λησμόνησε το σεβασμό του και παρέβη τους κανόνες. Οι μόνοι που επιβίωσαν ήταν όσοι είχαν διαπράξει αιμομιξία, οι οποίοι, ως δια μαγείας, εξυψώθηκαν στο επίπεδο των κατώτερων θεών. Παρ’όλο ότι η αιμομιξία θεωρείται ταμπού, παρατηρούμε ότι η «τιμωρία» των αιμομικτών είναι η συνέχιση της ζωής τους στον ουρανό… Τότε ο Κροκόδειλος Γιακαϊρά δημιούργησε την Ατελή Γη –την Ywy tenondé, τη χώρα της θλιβερής ζωής, όπου η Ανθρωπότητα έχασε την αθανασία, επειδή είχε αγγίξει τη θεϊκή οργή –στοιχείο που θυμίζει τον ιουδαϊκό-χριστιανικό Παράδεισο και την πτώση των πρωτόπλαστων από εκείνον.

Οι Γουαρανί ζουν πεπεισμένοι ότι δεν έχουν γεννηθεί για την ευτυχία. Από αυτήν την πίστη, εκπορεύεται η αντίληψη ότι θα φτάσουν στην Άσπιλη Γη μέσω του Θεϊκού Λόγου.

Όσο για το στοιχείο της αιμομιξίας, θα πρέπει να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο ότι η σύγχρονη λατινοαμερικανική καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από τη σεξουαλική παρενόχληση των ανηλίκων στα πλαίσια της οικογένειάς τους. Ιστορικοί επισημαίνουν ότι ενώ όλες οι ήπειροι κατακτήθηκαν από τους Ευρωπαίους μέσω των όπλων, η Αμερική κατακτήθηκε από τους Ισπανούς μέσω του βιασμού… Και αυτή η κατάσταση διαιωνίζεται από την προκολομβιανή περίοδο έως τις μέρες μας, με τις ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας…

(Βλ. Εισαγωγή: Κεφ. VI. Προκολομβιανός ερωτισμός.)

  1. Κολομβία:

Οι Άργουακ[lix] και οι εννέα Κόσμοι τους

 Η φυλή των Κόγκι (Cogui) αποτελείται από 5.000 μέλη, στην πλειοψηφία αγρότες, που ζουν στην οροσειρά Νεβάδα Δε Σάντα Μάρτα (Sierra Nevada de Santa Marta)[lx] της βορειοανατολικής Κολομβίας. Επικοινωνούν μεταξύ τους διασχίζοντας τους αρχαίους πέτρινους δρόμους της φημισμένης χαμένης πόλης του Ελ Δοράδο (El Dorado)[lxi], που είχαν κατασκευάσει οι πρόγονοί τους οι Άργουακ, οι οποίοι πίστευαν ότι:

«Ἐν ἀρχῆ ἦν ἡ Μητρικὴ Θάλασσα. Παντού βασίλευε η καταχνιά. Υπήρχε μόνο το πνεύμα αυτού που επέπροτο να γεννηθεί, η σκέψη και η μνήμη. Σταδιακά σχηματίστηκε η Γη, όπου δημιουργήθηκαν εννέα Κόσμοι: στον πρώτο ήταν η Μητέρα, το νερό και η σκοτεινιά, που έδωσε στη Μητέρα το όνομα Σε-νε-νουλάνγκ (Se-ne-nulang). Υπήρχε, επίσης, ο Πατέρας ο Κατακένε-νε-νουλάνγκ (Katakene-ne-nulang), και ο γιος τους, ο Μπούνκουα-σε (Bunkua-se). Όλα τα υπόλοιπα πράγματα βρισκόταν σ’ ένα πνευματικό στάδιο που λέγεται αλούνα (aluna) και σημαίνει σκέψη.

Ένας τίγρης ήταν ο πατέρας του δεύτερου Κόσμου.

Στον τρίτο εμφανίστηκαν τα σκουλήκια.

Στον τέταρτο Κόσμο βασίλευαν δύο Μητέρες: η Σαγιαγκουαέγιεγιουμανγκ (Sayaguaeyeyumang) και η Ντίτσι-σε-γιουντανά (Ditzi-se-yuntaná) κι ένας Πατέρας, ο Σάι-τανά (Sai-taná). Αυτοί είχαν το προνόμιο να προδιαγράφουν την πορεία της ανθρώπινης ψυχής.

Η Μητέρα του πέμπτου Κόσμου ήταν η πρώτη που προαισθάνθηκε τη Δημιουργία της Ανθρωπότητας. Ο Κόσμος δεν είχε συγκεκριμένο σχήμα, και οι άνθρωποι επαναλάμβαναν σαν τρελοί τη λέξη «σάι» (sai), που σημαίνει «σκοτάδι».

Η Μητέρα κι ο Πατέρας του έκτου Κόσμου –που έφεραν τα αντίστοιχα ονόματα: Μπούνκουα-νε-νουλάνγκ (Bunkua-ne-nulang) και Σάι-τσακά (Sai-chaká), δημιούργησαν τους δύο πρώτους Κυρίαρχους του Κόσμου, που έφεραν τις ονομασίες: Θαλασσί και Μαύρο. Εκείνοι, διαίρεσαν το Σύμπαν σε δύο τμήματα, αντίστοιχα των χρωμάτων που δήλωναν τα ονόματά τους. Καθ’ ένα απ’ αυτά θα περιλάμβανε αργότερα εννέα Κυρίους Μπούνκουα-σε θαλασσί χρώματος στ’ αριστερά και μαύρους στα δεξιά.

Κατά την ύπαρξη του έβδομου Κόσμου, του οποίου Μητέρα ήταν η Αχουνγίκα (Ajunyika), τα σώματα των ανθρώπων απέκτησαν αίμα και τα ασπόνδυλα και αδύναμα σκουλήκια πολλαπλασιάστηκαν στη γη.

Η Κενιαγιέ (Keniayé) και ο Αχουινάκα-τάνα (Ajuinaka-tana) –η Μητέρα κι ο Πατέρας του όγδοου Κόσμου- δημιούργησαν τους τριάντα έξι Πατέρες Κυρίαρχους του Σύμπαντος.

Τελικά, εμφανίστηκε ο ένατος Κόσμος, που αποτελείτο από εννέα Μπούνκουα-σε λευκούς. Οι πατέρες των Κόσμων εκείνων, βρήκαν ένα μεγάλο δέντρο στον ουρανό, πάνω από τη θάλασσα, και κατασκεύασαν στο νερό ένα μεγάλο σπίτι, με ξύλα και λιάνες (τροπικές κληματίδες), το οποίο ονόμασαν Αλούνα.

  1. Κόστα Ρίκα: Μπρι-μπρι[lxii], σημείο συνάντησης

πολιτισμών.[lxiii]

Σιμπού, το θεϊκό πτηνό που έσπειρε τη ζωή στη

«Γη όπου τα  Βουνά Καπνίζουν[lxiv]»

             Ο θεός Σιμπού (Sibö) δημιούργησε τους ιθαγενείς Μπρι-μπρι (bri-bri) της νότιας Κόστα Ρίκα από καλαμπόκι. Είχε φέρει εκείνους τους σπόρους όταν ακόμη δεν υπήρχε φως σ’ αυτόν τον Κόσμο. Όταν τ’ άλλα πνεύματα είδαν το καλαμπόκι, αντιμετώπισαν τον πειρασμό να το φάνε. Το πτηνό Σιμπού δεν μπορούσε πλέον ν’ αφήσει το καλάθι όπου φύλαγε το καλαμπόκι. Έπρεπε να το προσέχει μέχρι να καταφέρει να πείσει τα πνεύματα να μην του το κλέψουν.

Ο Αμπέμπρου (Abeblu)[3], ένα κακεντρεχές πλάσμα, κατόρθωσε να κλέψει το καλάθι με το καλαμπόκι του θεού Σιμπού και το κατάπιε ολόκληρο. Όμως το καλάθι είχε δεμένο ένα σχοινί μ’ ένα κομμάτι ξύλο, το οποίο στάθηκε στο λαιμό του. Εκείνος, τότε, ξάπλωσε να ησυχάσει στην αιώρα του. Ο θεός Σιμπού παρουσιάστηκε προσποιούμενος ότι δε γνώριζε τίποτα και είπε στον Αμπέμπρου:

-«Μεθαύριο, θέλω να με καλέσεις να πιω σοκολάτα, απ’ το κακαόδεντρό σου, σερβιρισμένη σε δύο νεροκολοκύθες απ’ τον κήπο σου. Η μία θα είναι δική μου κι η άλλη δική σου.»

Ο Αμπέμπρου, με τη βοήθεια των συγγενών του, έκανε ότι του είχε ζητήσει ο Σιμπού και τότε, ο θεός-πτηνό φύσηξε τρεις φορές πάνω απ’ τη νεροκολοκύθα με τη σοκολάτα που του αντιστοιχούσε και την έδωσε στον κλέφτη. Όταν εκείνος ήπιε, έβγαλε έναν τρομερό ήχο απ’ το στομάχι του κι ακούστηκε η φράση:

-«Makla le y le yewayö», που σημαίνει: «Τι παράξενο! Ίσως έχω καταπιεί κάτι ιερό.»

Αμέσως τότε, άνοιξε βίαια η κοιλιά του και βγήκε το καλάθι με το καλαμπόκι.

Οι συγγενείς του Αμπέμπρου, θυμωμένοι με το θάνατό του, έβαλαν σκοπό της ζωής τους να κυνηγήσουν το Σιμπού, για να του φάνε το καλαμπόκι. Ο θεός μεταμορφώθηκε τότε σ’ έναν άσχημο γέρο κι έκρυψε το καλαμπόκι. Έπειτα, ξαναμεταμορφώθηκε σ’ ένα λαμπερό ον, κι αναλήφθηκε στον ουρανό με το καλάθι. Τα κακά πνεύματα ρώτησαν τον άσχημο γέροντα μήπως είχε δει το θεό Σιμπού. Ο μεταμορφωμένος θεός τούς έδειξε στον ουρανό τη δεύτερη (ωραία) μορφή του, κι έτσι τους ξεγέλασε, στέλνοντάς τους σ’ έναν άλλον πλανήτη, απ’ όπου δεν μπόρεσαν ποτέ να επιστρέψουν.

Τελικά, τα καλά πνεύματα βοήθησαν το θεό του καλαμποκιού –το γεράκι Σιμπού- να σπείρει το καλαμπόκι, απ’ το οποίο γεννήθηκαν οι ιθαγενείς των φυλών Αογιάκε (aoyaque) και Ουρινάμα (urinama), που ζουν στην Άνω Ταλαμάνκα (Alta Talamanca) της Κόστα Ρίκα. Ο Σιμπού ονόμασε το λαό του dtsö, που σημαίνει «σπόροι». Του έδωσε και το όνομα skawak, που θα πει Κυρίαρχοι του Τόπου.

  1. Κούβα: Μαύρο θέατρο Ορίτσα.[lxv]

                        Ομπαταλά, ο Δημιουργός του Ανθρώπου

             Ο Ομπαταλά (Obatalá), ή Οριτσανλά (Orishanlá), ή Οτσανλά (Oshanlá), είναι ο μεγάλος Ορίτσα (Orisha), ο θεός της Δημιουργίας του Ανθρώπου, που καθοδηγεί τον πληθυσμό της Γης. Εκπροσωπεί το καλό, τη σοφία και την υπομονή που χρειάζεται ο Άνθρωπος για να καθορίζει τις πράξεις του. Ντύνεται στα λευκά με κόκκινες ή μοβ μπορντούρες, σύμφωνα με τις δύο φάσεις της πορείας του, που ονομάζεται πατακί (patakí): της νεότητας και των γηρατειών. Παρ’ όλα αυτά, οι ύμνοι λουκουμίες (lukumíes) δεν αναφέρονται στα γηρατειά, αλλά στη δύναμη και στην ευφυΐα του, με την οποία διοικεί τον Κόσμο:

-«Mobalé-mobalé. Wini-wini mobalé.» (Μομπαλέ-μομπαλέ. Γουίνι-γουίνι μομπαλέ. = Στη σοφία του, στη σοφία του, ας αφιερώσουμε τη λατρεία μας), ψέλνουν ακόμη και σήμερα στην Κούβα.

Λέει η αφροκουβανέζικη θρησκευτική μυθολογία, ότι κάποτε ο Ομπαταλά αποφάσισε να παραδώσει τον Κόσμο στον Ορούνλα (Orunla), όμως εκείνος ήταν πολύ νέος για μια τόσο σημαντική αποστολή. Μία μέρα, λοιπόν, τον διέταξε να ετοιμάσει το καλύτερο γεύμα που μπορούσε να μαγειρέψει. Ο Ορούνλα αγόρασε μία γλώσσα ταύρου. Ο Ομπαταλά, ικανοποιημένος από τη γεύση, ρώτησε τον Ορούνλα γιατί η γλώσσα ήταν το καλύτερο έδεσμα. Εκείνος του απάντησε ότι η γλώσσα παρέχει το πνεύμα ατσέ (aché), με το οποίο εξισορροπούνται τα πάντα, προωθείται η αρετή, εξυψώνονται τα έργα και οι τρόποι του Ανθρώπου, ο οποίος με τη σειρά του εξυψώνεται κι αυτός.

Κάποια άλλη μέρα, ο Ομπαταλά ζήτησε απ’ τον Ορούνλα το χειρότερο φαγητό που μπορούσε να σκεφτεί. Εκείνος τότε, του προσέφερε και πάλι γλώσσα, εξηγώντας του ότι μ’ αυτήν πουλιούνται οι λαοί, συκοφαντούνται οι άνθρωποι, και διαπράττονται τα χειρότερα εγκλήματα. Τότε ο Ομπαταλά, μαγεμένος από τη σοφία του Ορούνλα, του παρέδωσε τη διακυβέρνηση του Κόσμου.

  1. Ελλάδα:

«Ἐν ἀρχῆ ἦν τὸ Χάος»…

             Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Δημιουργία ξεκίνησε από το Χάος –μία (αντι)ύλη χωρίς σχήμα κι εντελώς συγκεχυμένη- αλλά όχι από το μηδέν. Από το Χάος προήλθε η Γαία, αχανής κι επίπεδη, η οποία είχε μόνο κάμπους και ύδατα.  Κατόπιν, η ίδια δημιούργησε τα βουνά της, και ύψωσε από πάνω τους τον Ουρανό -μία κατασκευή κοίλη και σταθερή, που διέσχιζαν τ’ άστρα. Ο Ουρανός θα γίνει αργότερα θεϊκή κατοικία.

Η Γαία ή Χθόνα παντρεύτηκε με τον Ουρανό -έναν υποδεέστερο θεό- που δεν απολάμβανε της ανθρώπινης λατρείας. Από εκείνον το γάμο γεννήθηκαν έξι Τιτάνες κι έξι Τιτανίδες. Η επόμενη δυναστεία αποτελούνταν από έξι Κρονίδες, τρεις θεούς και τρεις θεές. Επίσης, γεννήθηκαν έξι τέρατα, δηλαδή τρεις Κύκλωπες και τρεις Γίγαντες Εκατόγχειρες (με εκατό χέρια) και πενήντα κεφάλια ο καθένας.

Ο Ουρανός μισούσε τα παιδιά του, κι αυτό έφερε ως αποτέλεσμα την πτώση του. Ο Κρόνος -ο τελευταίος γιος του-, έχοντας την υποστήριξη της μητέρας του της Γαίας, έκοψε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, και ίδρυσε τη δική του δυναστεία, παραμένοντας όμως τρομοκρατημένος από την πράξη του. Έτσι, για ν’ αποφύγει παρόμοιες αντιδράσεις από πλευράς των παιδιών του, τα κατάπινε ζωντανά αμέσως μόλις γεννιόταν.

Όταν γεννήθηκε ο Ζευς, η μητέρα του η Ρέα, παρέδωσε στο σύζυγό της, τον Κρόνο, μία πέτρα τυλιγμένη σε πάνες, κι έκρυψε το νεογέννητο στην Κρήτη.

Στη συνέχεια, ο Δίας νικά τον Κρόνο, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση των θεϊκών τυράννων. Αυτή η πράξη συμβολίζει το δικαίωμα στη διαδοχή του θρόνου του δευτερότοκου γιου. Ο Κρόνος υποχρεώθηκε να βγάλει τα παιδιά απ’ το στομάχι του, τα οποία μετά το τέλος της Τιτανομαχίας εγκαταστάθηκαν στον Όλυμπο, αναγνωρίζοντας τη βασιλεία του Δία.

☼☼☼

Ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα είναι η Ελληνική εκδοχή του κατακλυσμού που αναφέρεται σε παραδόσεις πολλών αρχαίων πολιτισμών, όπως στην ιουδαϊκο-χριστιανική παράδοση με τον κατακλυσμό του Νώε, ή και στους προκολομβιανούς της Αμερικής.

Σύμφωνα τον μύθο, την εποχή που στη Θεσσαλία βασίλευε ο Δευκαλίωνας, ο Δίας αποφάσισε να καταστρέψει ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, επειδή ήταν διεφθαρμένο, με εξαίρεση το δίκαιο βασιλιά και την γυναίκα του, την Πύρρα.

Ο Δευκαλίωνας, λοιπόν, μετά από συμβουλή του πατέρα του, κατασκεύασε ένα πλοίο, συγκέντρωσε τα απαραίτητα εφόδια για την επιβίωσή τους και επιβιβάστηκε στο πλοιάριο μαζί με την γυναίκα του. Στο μεταξύ, ο Δίας άνοιξε τους καταρράκτες του Ουρανού, και η Ελληνική γη γέμισε με νερό, ενώ η Ανθρωπότητα χάθηκε.

Για εννέα μέρες και εννέα νύχτες το βασιλικό ζευγάρι περιπλανιόταν στα νερά μέσα στο πλοίο. Τη δέκατη όμως ημέρα προσάραξαν στο όρος Όρθρυς ή κατά άλλη εκδοχή στον Παρνασσό ή στον Άθω. Εκεί, όταν οι βροχές σταμάτησαν και τα νερά υποχώρησαν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα κατέβηκαν στην ξηρά και το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν μία θυσία στον Φύξιο Δία, τον προστάτη των φυγάδων. Ο θεός που επικαλέστηκε ο θεοσεβής Δευκαλίωνας έστειλε τον Ερμή για να τους μεταφέρει την υπόσχεση ότι ο Δίας θα πραγματοποιούσε την πρώτη ευχή τους. Και η πρώτη ευχή του Δευκαλίωνα και της Πύρρας δεν ήταν άλλη από το να δώσει και πάλι ζωή ο Δίας στο ανθρώπινο γένος.

Κατά μία άλλη εκδοχή από την Φωκίδα, ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα πήγαν στο ιερό της Θέμιδας, στους Δελφούς, για να της εκφράσουν την ίδια επιθυμία. Η θεά τους άκουσε και τους απάντησε με τον παρακάτω χρησμό: Αν ήθελαν να φέρουν στη ζωή νέους ανθρώπους θα έπρεπε να καλύψουν τα πρόσωπά τους και να ρίξουν πίσω από την πλάτη τους τα οστά της μητέρας τους. Εκείνοι κατάλαβαν την ερμηνεία του χρησμού, και άρχισαν να πετάνε πέτρες πίσω από την πλάτη τους, αφού αυτές προέρχονταν από τα σπλάχνα της Μητέρας Γης.

Οι πέτρες που πετούσε ο Δευκαλίωνας μεταμορφώνονταν σε άνδρες, ενώ εκείνες που πετούσε η Πύρρα μεταμορφώνονταν σε γυναίκες. Από την πρώτη, δε, πέτρα που πέταξε ο Δευκαλίωνας, προήλθε ο Έλληνας, ο γενάρχης των Ελλήνων.

[1] Σε αυτήν την προσέγγιση των συμβόλων του συλλογικού ασυνείδητου των

Προκολομβιανών πολιτισμών, δεν θα προσπαθήσουμε να εξομοιώσουμε απλοϊκά τις σκεπτομορφές της πανανθρώπινης διανόησης· δεν υποστηρίζουμε, άλλωστε, τις ψυχαναγκαστικές κραυγές ορισμένων υπερεθνικιστών που διατείνονται ότι… «Ἐν ἀρχῆ ἦν ἡ Ἑλλὰς». Οι πολιτισμοί ακολουθούν –κατά κάποιον τρόπο- παράλληλες πορείες. Αυτή η ανάλυση προτείνει την πιθανότητα μίας παρόμοιας σκέψης ανάμεσα στους λαούς, η οποία τους οδηγεί σε συγκεκριμένους κοινωνικοπολιτικούς σχηματισμούς, ακολουθώντας, όμως, διαφορετικούς δρόμους· δρόμους που ανοίγονται μέσα στη Φύση που τους τρέφει: ζούγλες και πάγους, ερήμους, βουνά και θάλασσες. Αυτή είναι η κύρια λειτουργία της μυθολογίας: να εκφράζει με γραφικό τρόπο τις κοινωνικές και πολιτικές δομές, συνήθως στα πλαίσια κάποιας θρησκείας. Στην αρχαιότητα, η φιλοσοφία συμπορεύτηκε με το μύθο. Η μέθοδος αυτής της σύγκρισης θα είναι «ολιστική»: αποφεύγοντας τις γλωσσολογικές παγίδες των συμπτώσεων –τα επονομαζόμενα “faux amis” ή “false cognates”, μία προσφιλή μέθοδο των ομόηχων λέξεων που χρησιμοποιούν ορισμένοι για να αποδείξουν ότι οι Αμερινδοί μιλούν… ελληνικά (!)- θα εστιάσουμε την προσοχή μας [κατά τον Ζορζ Ντιμεζίλ (Georges Dumézil, 1898-1986), τον Γάλλο πρωτοπόρο της συγκριτικής μυθολογίας] στην τυπολογία των λειτουργιών και στα πρότυπα συμπεριφοράς των μυθικών προσώπων. Συγχρόνως, όμως, θα συγκρίνουμε μεταξύ τους τους θεούς, τους δαίμονες και τους ήρωες, αλλά και ολόκληρο το πάνθεον του κάθε πολιτισμού ως ένα σύνολο, ένα δομημένο σύστημα, έτσι ώστε να εμφανιστεί ο οιοσδήποτε πιθανός ισομορφισμός. Βέβαια, ο περιορισμένος χώρος που διατίθεται για οποιοδήποτε εισαγωγικό σημείωμα, δεν επιτρέπει την εμβάθυνση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την προσεκτική αναφορά κάποιων στοιχείων.

Για οποιαδήποτε διόρθωση, προσθαφαίρεση, σχόλιο, κριτική –θετική ή

αρνητική-, ακόμη και για μία απλή, ανθρώπινη επαφή με αντικείμενο ένα κοινό πολιτιστικό ενδιαφέρον, την αγάπη για μία γη τροπική και μία εποχή απόμακρη, μακριά, όμως, από κάθε εθνοκεντρικό και ξενοφοβικό ταμπού περί… «πολιτιστικής καθαρότητος», με χαρά θα επικοινωνήσω μαζί σας στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις: artsolat2@hotmail.com           Ηλίας Ταμπουράκης, Καθηγητής Ισπανικής & Πορτογαλικής Γλώσσας & Πολιτισμού.

[2] Αυτά τα στοιχεία έχουν δημοσιευτεί στο βιβλίο του γράφοντος, με τίτλο: 2012 Έρχεται το τέλος;, Εκδ. Περίπλους, Αθήνα 2010.

[3] Όπως και στα Ιαπωνικά, έτσι και στη γλώσσα των Μπρι-μπρι -που ανήκει στην ομογλωσσία των Τσίμπτσα (chibcha) της Κολομβίας, ο ήχος λ συγχέεται με εκείνον του ρ. Αναφέρουν οι γλωσσολόγοι ότι οι γλώσσες των ιθαγενών της Αμερικής έχουν αλταϊκές ρίζες.

[i] Κείμενο του Ηλία Ταμπουράκη στο VI Πολυεθνικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ που οργάνωσε ο Όμιλος UNESCO Νομού Πειραιώς και Νήσων στις 15 Ιουνίου 2004, στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

 

[ii] Sigmund Slomo Freud (Τσεχία, 1856 – Αγγλία, 1939): Εβραϊκής καταγωγής Αυστριακός ψυχίατρος.

[iii] Βέδδες (Σανσκριτικά: वेद véda, “Γνώση”): Ιερά κείμενα του Ινδουισμού από το 1.500 π.Χ. Το ουσιαστικό προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή λέξη u̯eidos, που έχει κοινή ρίζα με την ελληνική: εἶδος. Ομώνυμο θεωρείται το 1ο και το 3ο πρόσωπο του ενικού του αορίστου οριστικής:: véda = (ϝ)οἶδα // ἰδέα, όπως και το λατινικό ρήμα video = βλέπω.

(Pokorny’s 1959 Indogermanisches etymologisches Wörterbuch.)

[iv] Joseph Campbell, (Η.Π.Α., 1904-1987): Μυθολόγος, δάσκαλος και μεγάλος οραματιστής. Δίδαξε συγκριτική μυθολογία στο Sarah Lorens College της Νέας Υόρκης. Σημαντικό έργο του: The Hero with a thousand faces [Ο Ήρωας με τα χίλια πρόσωπα], (μτφρ. Θεόδωρος Σιαφαρίκας, Εκδ. Ιάμβλιχος, Αθήνα, 2001.)

[v] Ιωάννης Κακριδής (Αθήνα, 1901-1991): Διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Αριστοτελείου Θεσσαλονίκης, των Παν/μίων Στοκχόλμης, Ουψάλας και Λόυντ Σουηδίας, και Τυβίγγης (Tübingen) Γερμανίας. Σημαντικό έργο του: Ελληνική Μυθολογία, 5 τόμοι, Εκδ. Αθηνών, 1986.

[vi] Η Κεντρική Αμερική περιλαμβάνει οκτώ χώρες: το Μεξικό –από την πρωτεύουσα, έως τα νότια σύνορά του, τη Βρετανική Ονδούρα (Belize), τη Γουατεμάλα –όπου δημιουργήθηκε το Πόπολ Βουχ-, το Σαλβαδόρ, την Ονδούρα, τη Νικαράγουα την Κόστα Ρίκα και τον Παναμά –από τα βόρεια σύνορά του, έως και την Πρωτεύουσα. Πρόκειται για μία εντυπωσιακής ομορφιάς περιοχή της Λατινικής Αμερικής, όπου βρίσκεται ο μεγαλύτερος κοραλλιογενής ύφαλος του δυτικού ημισφαιρίου (Μπελίζ) και οι περισσότεροι και πιο καλοδιατηρημένοι τροπικοί εθνικοί δρυμοί του κόσμου (Κόστα Ρίκα). Μέση Αμερική ονομάζεται σύμφωνα με την αρχαιολογική ορολογία.

[vii] Μεξικό (México, Méjico). Λατινοαμερικανική χώρα με εξαιρετική βιοποικιλότητα, πατρίδα πενήντα διαφορετικών ιθαγενών εθνοτήτων. Η περιοχή από την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα έως και τα βόρεια σύνορα με τις ΗΠΑ θεωρείται ότι ανήκει γεωγραφικά στη βόρεια Αμερική, ενώ οι εκτάσεις από την Πόλη του Μεξικού (Ciudad de México) μέχρι τα νότια σύνορα με τη Γουατεμάλα, ανήκει στην Κεντρική Αμερική. Η ορεινή τοπογραφία του επέτρεψε στους ιθαγενείς ν’ ακολουθήσουν το εθνολογικό τους πεπρωμένο σε ένα περιβάλλον σχετικής απομόνωσης.

«Μéxico σημαίνει κάκτος ixtle από την έρημο της Oaxaca, που λαμπυρίζει μέσ’ τον ζεστό αέρα και σοκολάτα αρωματισμένη με tlilxóchitl, το  μαύρο, στιλπνό λουλούδι της βανίλιας και πιπεριές jalapeños, φλογερές, που ξυπνούν έρωτες.  Σημαίνει μουσική της Paquita από τις λαϊκές γειτονιές και αφροδισιακό ποτό Damiana στην Πλατεία Garibaldi.  Και είναι μπλε νερά που σκορπούν γαλανές πευκοβελόνες και φτερά χρυσοπράσινα από παραδείσια πτηνά quetzal και χρυσά κοσμήματα κάτω απ’ τ’ άστρα της piñata -του χάρτινου στολιδιού των γενεθλίων.  Παιδιά σταυρωμένα από τους antizapatistas, σημαίνει Μεξικό. Και επίσης Quetzalcóatl, το θεϊκό φτερωτό φίδι.  Κομμάτια το άγαλμά του από jade. Ινδιάνοι huichol και ηφαίστεια.  Μαγεία: λευκή για τη θεραπεία και μαύρη για τον θάνατο, κόκκινη για τον έρωτα και κίτρινη για τη σπορά του καλαμποκιού.  Όλ’ αυτά είναι το Μεξικό.  Μεξικό σημαίνει πλωτοί κήποι και πυραμίδες στο δρόμο του Ήλιου και της Σελήνης που σταλάζει αραιή βροχή από αίμα. Αμερικάνοι με πόρνες στην Tijuana, δυστυχώς, είναι Μεξικό.  Μεξικό σημαίνει έρωτας που θρυμματίζει το “Είναι” και που ως ένστικτο της ζωής, μάχεται με το ένστικτο του θανάτου και διεισδύει στα μύχιά του, ως τη μέθεξη.  Και είναι το Μεξικό γιορτή.  Μια γιορτή των αγαπημένων νεκρών.  Βιολιά, ποτό, κεριά και πορτοκαλοκίτρινα λουλούδια cempasúchil πάνω στους τάφους:  αλληλοφωτίζονται στην άγρυπνη νύχτα.  Παναγιές με πρόσωπα ‘λιοκαμένα, χάρτινες γιρλάντες από κούκλες μαγικές, Friditas, πήλινα λουλούδια -σαν ζυμάρι- απ’ το Coyotepec και coates -φίλοι χωρικοί.  “Μπαρόκ της ζάχαρης” στο βάθος του σκοτεινού Καθεδρικού.  Ακρίδες στη σάλτσα, ινδιάνικα πανηγύρια, ο Rulfo,  ο Siqueiros, ο Juárez.  Χωριατοπούλες με κινέζικες καταβολές και γαλοπούλες με sauce chocolat χωριάτικη.  Καλοκαίρια.  Γωνιές με στοχαστικά sombreros κάνουν κατοικία τους τη δροσιά και τα καλαμποκοχώραφα στον ορίζοντα.  Machetes και trapiches: μαχαίρια και πατητήρια του ζαχαροκάλαμου σκουριασμένα και κουνούπια που τριγυρνούν βουίζοντας στα πήλινα τηγάνια comal με τις καλαμποκόπιτες tortillas.  Αυτά και άλλα πολλά σημαίνουν Μεξικό.»

(Απόσπασμα από: Ημερολόγια Ταξιδιών σε φύλλα μπανανιάς, (μυθιστότημα), Ηλίας Ταμπουράκης, Εκδ. Ροές, Αθήνα, 2007.)

[viii] Η Γουατεμάλα (Guatemala) συμπυκνώνει τα φυσικά και εθνολογικά στοιχεία της Κεντρικής Αμερικής. Τα ηφαίστειά της είναι τα ψηλότερα και πιο ενεργά της περιοχής  (Άγουα, Φουέγο, Ακατενάνγκο – Agua, Fuego, Acatenango). Οι αρχαιολογικοί χώροι των Μάγια, οι πιο εντυπωσιακοί (Τικάλ, Tikal). Έχει τον μεγαλύτερο και πιο πολύχρωμο ιθαγενή πληθυσμό, παραδοσιακά ντυμένο,  –ο οποίος παράγει ευρύτατης ποικιλίας λαϊκή τέχνη-, ενώ συγχρόνως υποφέρει από τους πιο συχνούς και καταστροφικούς σεισμούς. Από το 1523 έως το 1821, αποτελούσε κύριο  τμήμα της ισπανικής αποικίας της Κεντρικής Αμερικής (Capitanía General de Guatemala). Ακολούθησε μία σύντομη περίοδος ηγεσίας στην Κεντροαμερικανική Δημοκρατία (República Centroamericana). Η παλιά πρωτεύουσα (Antigua Guatemala) αποτελεί ένα από τα πιο γοητευτικά δείγματα της μπαρόκ αρχιτεκτονικής στη Λατινική Αμερική. Τα υψίπεδα, στα δυτικά της χώρας, παρουσιάζουν θεαματικά τοπία με λίμνες στο μπλε του κοβαλτίου και ηφαίστεια μαύρα –σαν τον κοφτερό, γυαλιστερό οψιδιανό-, σκουροπράσινα δάση από πεύκα –που παράγουν το λιβάνι κοπάλ (copal) στο χρώμα του κεχριμπαριού- και ξανθά καλαμποκοχώραφα. Εκεί, οι μυστηριώδεις ιερείς των Κακτσικέλ (kaqchiquel) και των Κ’ι Τσε (k’í-tzè maya), τυλιγμένοι στα πόντσο τους με τα γεωμετρικά σχήματα, στον γαλάζιο αρωματικό καπνό του λιβανιού και στα βαριά σύννεφα της οροσειράς του Κάτω Κόσμου Κουτσουματάν (Cuchumatán), επικαλούνται ακόμη το πνεύμα του Μαξιμόν (Maximón) –που, στολισμένος με μαντήλια και φορώντας «καουμπόϊκο» καπέλο, καπνίζει ένα πούρο· είναι το υβριδικό πνεύμα με τα ινδιάνικα και ισπανικά στοιχεία του κατακτητή Αλβαράδο (Pedro de Alvarado y Contreras, Ισπανία, 1485 [95;] – Μεξικό, 1541). Πιο πέρα, στα υπαίθρια παζάρια, μπροστά στις λευκές εκκλησίες, οι σοκολατένιες γυναίκες των Μάγια πουλάνε τα τροπικά φρούτα και τα λουλούδια της χώρας τους. Αρώματα και ήχοι του ξυλόφωνου μαρίμπα (marimba) γεμίζουν την ατμόσφαιρα.

[ix] Η Βολιβία (Bolivia), απαράμιλλης ομορφιάς χώρα των Άνδεων, στη Νότια Αμερική, με απόκοσμα τοπία ορεινών λιμνών σ’ όλα τα χρώματα της ίριδας μέσα σ’ ερήμους από ώχρα κι αγκαθωτούς κάκτους, απόμακρες πολιτειούλες –χτισμένες από άργιλο ψημένο στον ήλιο-, σα νεκροταφεία στον ορίζοντα, που ζουν μυστικά στον παλμό της ινδιάνικης ζωής και πανάρχαιους χώρους λατρείας του Ηλίου (Τιγουανάκου, Tiwanaku), θεωρείται η υψηλότερη, η πιο απομονωμένη, η φτωχότερη, η πιο ινδιάνικη, η τραχύτερη γη του νότιου ημισφαιρίου. Και η Λα Παζ (La Paz) –η μία από τις δύο πρωτεύουσές της-, η ομορφότερη… «ασχημούπολη».

[x] Το Περού (Perú) είναι από τις εντυπωσιακότερες χώρες των Άνδεων, στη Νότια Αμερική και πατρίδα του πιο ολοκληρωμένου πολιτισμού αυτής της ηπείρου: των Ίνκας. Μουσική και ποίηση (Βλ. Ανθολογία ποίησης των Ίνκας, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Ηλίας Ταμπουράκης, Εκδ. Ροές, Αθήνα, 2007), χρυσά κοσμήματα (Μουσείο Larco Herrera, Λίμα) και κυκλώπεια τείχη (Μάτσου Πίκτσου, Machu Picchu), νησιά με εξωτική πανίδα (Μπαγιέστας, Ballestas) και ζούγκλες της Αμαζονίας (Ικίτος, Iquitos) συμπληρώνουν το παζλ αυτού του παραδείσου. Η λέξη Perú (biru), στη γλώσσα των ιθαγενών του Παναμά σημαίνει «Χώρα του Χρυσού»· οι ινδιάνοι, θέλοντας να αποπροσανατολίσουν και να διώξουν τους Ισπανούς κατακτητές από την περιοχή τους, τους έδειχναν τα πιο μακρινά βουνά στον ορίζοντα, λέγοντάς τους ότι πίσω από εκείνα βρισκόταν ένα βασίλειο, όπου τα πάντα ήταν φτιαγμένα από χρυσάφι. Έτσι δημιουργήθηκε ο θρύλος του El Dorado (Ελ Δοράδο).

[xi] Η Παραγουάη (Paraguay) έχει υπομείνει την πιο μακροχρόνια δικτατορία της Λατινικής Αμερικής κι έχει υποθάλψει ναζιστές που είχαν αποδράσει από τη μεταπολεμική Γερμανία, ενώ συνεχίζει να έχει τα πρωτεία στη διαφθορά και στο λαθρεμπόριο. Πίσω απ’ αυτήν την ειδεχθή βιτρίνα, όμως, φυλάει καλά κλεισμένο μέσα στο στέρνο της υποτροπικής ζούγκλας του Τσάκο (Chaco), έναν πολιτισμό με γλώσσα μελωδική και μουσική –συστατικά με τα οποία έχει συνθέσει την οικολογική μυθολογία του.

[xii] Κολομβία (Colombia)· η άγνωστη χώρα των βαρόνων της κοκαΐνης, των εμφυλίων πολέμων, των σμαραγδιών και του Ελ Δοράδο (El Dorado) –της μυθικής «χρυσής πόλης» που αναζητούσαν οι Ισπανοί τυχοδιώκτες-, η γη των εκατό χρόνων μοναξιάς του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez, βλ. σχ. 89), έχει το όνομα του εξερευνητή της Αμερικής Χριστόφορου Κολόμβου (Cristóbal Colón) –ο οποίος, όμως, ποτέ δεν έφτασε ως εκεί. Οι ντόπιοι την ξέρουν και ως Locombia (=η χώρα των τρελών). Κάποιον λόγο θα χουν…

[xiii] Κλεόβουλος. Ένας από τους επτά αρχαίους Έλληνες σοφούς. Έζησε στη Ρόδο, γύρω στο έτος 600 π.Χ.

[xiv] Κόστα Ρίκα (Costa Rica): η μικρή δημοκρατική «Ελβετία» της Κεντρικής Αμερικής χωρίς στρατό, η πλούσια ακτή, όπου ο Χ. Κολόμβος συνάντησε τις γυμνές ιθαγενείς με τα χρυσά κοσμήματα, έχει τη μισή έκταση και πληθυσμό από ότι η Ελλάδα, όμως διαθέτει πολύ περισσότερους από τριάντα εθνικούς δρυμούς με αξιοθαύμαστη οργάνωση.

[xv] Tehuantepec (Τεγουαντεπέκ): Ισθμός πλάτους 200 χμ, στο μεξικανικό νότο.

[xvi] Ονδούρα (Honduras). Η Δημοκρατία της μπανάνας τσικίτα (chiquita) –ή… μπανανία- της Κεντρικής Αμερικής.

[xvii] Ο Ισπανός καθολικός μοναχός του τάγματος των Δομινικανών Μπαρτολομέ Δε Λας Κάσας (Bartolomé de las Casas) (Ισπανία, 1474 [ή ’84?]-1566), ο οποίος ήταν επίσης θεολόγος και Επίσκοπος του Τσιάπας (Chiapas) –στο νότιο Μεξικό- αλλά κυρίως χρονικογράφος της κατάκτησης της Αμερικής από τους Ισπανούς, ανέφερε ότι κότες δεν υπήρχαν στην Κεντρική Αμερική, παρά μόνο γαλοπούλες, με τα φτερά των οποίων οι ιθαγενείς έφτιαχναν βεντάλιες.

Σε επιστολή του στον Αυτοκράτορα Κάρολο της Ισπανίας (Carlos V de los Habsburgos), καταφέρεται ενάντια στο ρατσισμό που στηρίζει την αποικιοκρατία, λέγοντας εν ολίγοις ότι «…δεν γνωρίζει εάν οι ινδιάνες είναι πλάσματα του Θεού, εφ όσον δεν τις αναφέρει η Βίβλος, όμως είναι σίγουρος ότι οι Ισπανοί κοιμούνται μαζί τους και τεκνοποιούν…»

[xviii] Άλογα δεν υπήρχαν στην προκολομβιανή Μέση Αμερική. Λέγεται, μάλιστα, ότι όταν οι ιθαγενείς είδαν για πρώτη φορά τους Ισπανούς κατακτητές καβάλα στ’ άλογά τους, νόμιζαν ότι επρόκειτο για… ένα ενιαίο ζώο (!) Αργότερα ονόμασαν το νεόφερτο σ’ αυτούς άλογο, mázatl, δηλ. «ελάφι χωρίς κέρατα». Από αυτό προέρχεται το τοπωνύμιο Mazatlán (Μασατλάν), στο δυτικό Μεξικό.

[xix] Cenote (σενότε) είναι η ισπανική παραφθορά της λέξης ιθαγενούς dzonot (τζόνοτ) που σημαίνει: φυσικό, ασβεστολιθικό «πηγάδι» -λάκκωμα μεγάλων διαστάσεων μέσα στη σαβάνα, που δημιουργήθηκε από την κατάρρευση υπόγειων σπηλαίων.

[xx] Κουτσουματάν (Cuchumatán): Η ψηλότερη οροσειρά της Κεντρικής Αμερικής, στη δυτική Γουατεμάλα, φτάνει σε ύψος 3.800 μέτρων.

[xxi] Coe, Michael D.: The Μaya, Thames and Hudson Ltd., London, 1966.

[xxii] Olmecas (Ολμέκοι): Προκολομβιανός πολιτισμός της Μέσης Αμερικής, στην περιοχή της Βερακρούς (Veracruz) του ανατολικού Μεξικού, ο οποίος άνθισε από το 1.200 έως το 600 π.Χ. Το πραγματικό όνομά τους μας είναι άγνωστο· η λέξη ουλμέκατλ (ullmékaλ) [το ελληνικό γράμμα λ προφέρεται στην αζτεκική γλωσσολογία ως tl], στη γλώσσα νάουατλ (náhuatl) των μεταγενέστερων Αζτέκων, σημαίνει «λαός του καουτσούκ», επειδή αυτό ήταν το κύριο προϊόν της γης τους. Στις καλές τέχνες ασχολήθηκαν με την κατασκευή τεράστιων μονολιθικών αγαλμάτων (κεφαλών), που αναπαριστούν ηγεμόνες (;) με χαρακτηριστικά αιλουροειδούς. Διέθεταν σύστημα γραφής, το οποίο ακόμη δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί. Είχαν επίσης γνώση του ημερολογίου. Από όλους τους ιθαγενείς πολιτισμούς που αναφέρονται σε αυτό το βιβλίο, οι Ολμέκοι είναι οι μόνοι που έχουν πλέον εξαφανιστεί.

Το ιερό παιχνίδι της μπάλας, που αναφέρεται στο Πόπολ Βουχ –τη Βίβλο των Μάγια- ανάγεται, ίσως, σ’ εκείνην τη μακρινή (προ)ιστορική περίοδο.

[xxiii] Τικάλ (Tical). Πυραμίδες ύψους σαράντα πέντε μέτρων προεξέχουν από τη μυστηριώδη ομίχλη του τροπικού δάσους της βροχής στο Ελ Πετέν (El Petén Itzá), ενώ οι πίθηκοι –απόγονοι των Δίδυμων Ηρώων του Πόπολ Βουχ- κρέμονται με την ουρά τους από τα πανύψηλα δέντρα και καγχάζουν. Πολλά μέτρα κάτω, οι βάτραχοι –σαν τον Ταμασούλ (Tamasul), δηλώνουν με το αντιστικτικό κρώξιμό τους το σημείο όπου αρχίζει η γη.

[xxiv] Teotihuacán (Τεοτιγουακάν): Προκολομβιανός πολιτισμός της Μέσης Αμερικής, στην περιοχή του Ανάουακ (Anahuac)  του κεντρικού Μεξικού, ο οποίος άνθισε από το 300 έως το 700 μ.Χ. Το πραγματικό όνομά τους μας είναι άγνωστο· η λέξη téoλ, στη γλώσσα νάουατλ (náhuatl) των μεταγενέστερων Αζτέκων, σημαίνει «θεός από πέτρα», και huaca είναι η κοιλάδα. Καλλιεργούσαν τη γη τους με το σύστημα της τσινάμπα (chinampa), κατασκεύαζαν, δηλ. πλωτούς κήπους μέσα στα κανάλια της λίμνης Τεσκόκο (Texcoco), σαν αυτούς που μπορούμε να επισκεφτούμε σήμερα στο Σοτσιμίλκο (Xochimilco), στον «Κάμπο των Λουλουδιών» -όπως το ονόμαζαν οι Αζτέκοι- κοντά στη σύγχρονη μεξικανική πρωτεύουσα. Στην αρχιτεκτονική ασχολήθηκαν με την κατασκευή πυραμίδων, διακοσμημένων με ανάγλυφες παραστάσεις. Διακρίθηκαν επίσης στην κεραμική τέχνη. Διέθεταν σύστημα γραφής, το οποίο ακόμη δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί. Είχαν επίσης γνώση του ημερολογίου.

[xxv] Pakal (Πακάλ): Βασιλιάς του Palenque (Παλένκε), στο νοτιοανατολικό Μεξικό, κατά το έτος 615 μ.Χ.

[xxvi] Palenque (Παλένκε): Αρχαιολογικός χώρος στο νοτιοανατολικό Μεξικό. Από τα πεντακόσια κτίρια αυτής της πόλης, έχουν ανασκαφεί μόνο τα τριάντα τέσσερα, τα οποία, στην αρχαιότητα ήταν βαμμένα με πορφύρα. Τα πάντα εδώ κατασκευάστηκαν χωρίς μεταλλικά εργαλεία, χωρίς ζώα για τις μεταφορές και χωρίς τη χρήση του τροχού.

Αυτό είναι, ίσως, μία ένδειξη του γεγονότος ότι οι πολιτισμοί φτάνουν σε υψηλά σημεία ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους· έτσι, δεν μπορούμε να κρίνουμε έναν λαό ως «πιο πολιτισμένο» από κάποιον άλλον, μόνο επειδή είχε εφεύρει τον τροχό.

[xxvii] Toltecas (Τολτέκοι): Προκολομβιανός πολιτισμός της Μέσης Αμερικής, στην περιοχή του Ανάουακ (Anahuac) (Τολιάν – Tollán, Τούλα – Tula)  του κεντρικού Μεξικού, ο οποίος άνθισε από το 900 έως το 1.100 μ.Χ. Στην αρχιτεκτονική ασχολήθηκαν με την κατασκευή πυραμίδων (πολλές φορές από τα κρανία των θυμάτων που θυσίαζαν στους θεούς), διακοσμημένων με ανάγλυφες παραστάσεις. Είχαν επίσης γνώση του ημερολογίου.

[xxviii] Το Bonampak (Μποναμπάκ) βρίσκεται στο μεξικανικό νότο και είναι φημισμένο για τις τοιχογραφίες των αρχαίων ναών του σε ένα ιδιαίτερο ανοιχτό πετρόλ ή σκούρο γαλαζοπράσινο χρώμα, συνδυασμένο με ένα σκούρο κεραμιδί και με ώχρα.

Ο αρχαιολογικός χώρος ανακαλύφθηκε συμπτωματικά και με περιπετειώδη τρόπο: στα 1946, ο Τσαρλς Φρέυ (Charles Frey), ένας αντιρρησίας συνείδησης που είχε διαφύγει από το στράτευμα, χάθηκε μέσα στη ζούγκλα των Μάγια-Λακανντόν (Lacandón). Εκεί, τον «υιοθέτησαν» οι ιθαγενείς, και του αποκάλυψαν τον ιερό τους χώρο μέσα στο δάσος. Εκείνος, τότε, ειδοποίησε τις μεξικανικές αρχές κι έτσι ξεκίνησαν οι ανασκαφές. Ο Φρέυ πνίγηκε το 1949, όταν προσπάθησε να σώσει έναν αρχαιολόγο που είχε πέσει στον ποταμό Ουσουμασίντα (Usumacinta).

[xxix] Οι σπόροι του κακάο χρησίμευαν και ως νομισματικές μονάδες. Οι Μάγια θεωρούσαν ότι το ρόφημα του κακάο προκαλούσε αφροδισιακή «μέθη», και επέτρεπαν να το πίνουν μόνο τα μέλη της ιερατικής κάστας, στην περιορισμένη ποσότητα των τριών «κυπέλλων» από μικρή νεροκολοκύθα (huacal) σε κάθε τελετουργία.

Η αρχαία συνταγή για την παρασκευή αυτού του μαγικού ελιξιρίου του έρωτα, είναι η εξής: Σε ένα πήλινο σκεύος βράζουμε σε νερό ποταμού τη σκόνη του κακάο με λίγες μικρές καυτερές πιπεριές mexibel (χωρίς ζάχαρη). Όταν βράσει, το βγάζουμε από τη φωτιά, αφαιρούμε τις πιπεριές και το αρωματίζουμε με σκόνη βανίλιας και κανέλλα. Προσθέτουμε χοντροαλεσμένους σπόρους καβουρδισμένου καλαμποκιού και το προσφέρουμε ζεστό. [Οι Αζτέκοι, αντί για καλαμπόκι, πρόσθεταν αποξηραμένα μυρμήγκια χουμίλ (jumil, xotlinilli, pentatomidae, edessa mexicana).

[xxx] Στο Μεξικό υπάρχουν 150 είδη πιπεριάς.

Όταν ο Χριστόφορος Κολόμβος σάλπαρε για τις Ινδίες, είχε στο νου του να φέρει πίσω στην Ευρώπη μπαχαρικά και μαύρο πιπέρι, που τότε είχε μεγάλη εμπορική ζήτηση στις αυλές των ευγενών. Στο Νέο Κόσμο, όμως, πρωτοείδε την καυτερή πιπεριά, που οι Αζτέκοι ονομάζουν τσίλε [chil(e)] και οι Χιλιανοί αχί (ají) –για να μην τη συγχέουν με το όνομα της πατρίδας τους! Εδώ και 7.500 χρόνια, οι ινδιάνοι πιστεύουν ότι η πιπεριά βοηθά στην αποφυγή της γήρανσης του δέρματος, ενώ σήμερα υπολογίζουμε την καυστικότητα των 150 ειδών πιπεριάς σύμφωνα με την κλίμακα του Scoville, η οποία θέτει πρώτο το habanero με 300.000 βαθμούς και τελευταία την ποικιλία mexibel με μόλις 100 βαθμούς. Αυτό οφείλεται στην καψαϊκίνη (capsicum), ένα αλκαλοειδές, του οποίου ο χημικός τύπος είναι ο εξής:

(Στοιχεία από: 6-μηνο σεμινάριο Λατινοαμερικανικού πολιτισμού, Όμιλος Unesco Νομού Πειραιώς και Νήσων & Εκπολιτιστικός Σύνδεσμος Λατινοαμερικανών & Ισπανών Ελλάδας ASCLAYE, Ηλίας Ταμπουράκης, 2004-5).

[xxxi] Οι πυραμίδες, ναοί της Μέσης Αμερικής, συμβολίζουν τα ιερά βουνά. Η Πυραμίδα-ημερολόγιο στον αρχαιολογικό χώρο Τσιτσέν Ιτσά (Chichén Itzá), στο Γιουκατάν (Yucatán) του νότιου Μεξικού, που χρονολογείται από την κλασική περίοδο (550-900 μ.Χ)., την οποία οι Ισπανοί Κατακτητές ονόμασαν Ελ Καστίγιο (El Castillo) = Το Κάστρο, χτίστηκε το έτος 800 μ.Χ. (πριν την εισβολή των Τολτέκων) και φτάνει σε ύψος 25 μέτρων. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για 2 αλληλοεπικαλυπτόμενες πυραμίδες, οι οποίες χτίστηκαν κατά τη διάρκεια 364 ετών, αφού κάθε 52 χρόνια, που ολοκληρωνόταν ένας ημερολογιακός κύκλος, κατασκευαζόταν κι ένα νέο κτίριο. Αποτελείται από 9 «ορόφους» με διαφορετικά ονόματα, που ο καθένας αντιστοιχεί σε μία διαφορετική ημερολογιακή περίοδο:

κ’ιν (k’in) = 1 ημέρα,

ουινάλ (winal) = 1 μήνας των 20 ημερών κιν (k’in),

τουν (tun) ή χάαμπ (jaab) = 1 έτος των 360 ημερών,

κ’ατούν (k’atun) = 20 τουν = 7.200 ημέρες,

μπακ’τούν (bak’tun) = 20 κ’ατούν = 144.000 ημέρες,

πικτούν (piktun) = 20 μπακ’τούν = 2.880.000 ημέρες,

καλαμπτούν (kalabtun) = 20 πικτούν = 57.600.000 ημέρες,

κινχιλτούν (kinjiltun) = 20 καλαμπτούν = 1.152.000.000 ημέρες,

αλαουτούν (alawtun) = 20 κινχιλτούν = 23.040.000.000 ημέρες = 63.123.287 χρόνια των 365 ημερών.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η χρονολόγηση γινόταν ως εξής: 5.10.4.3.9 = 5 μπακ’τούν, 10 κ’ατούν, 4 τουν, 3 ουινάλ και 9 κιν από τη Δημιουργία του Κόσμου των Μάγια, δηλ. από τις 13 Αυγούστου του έτους 3.114 π.Χ. Επομένως, οι τρεις τελευταίες περίοδοι αντιστοιχούν σ’ ένα πολύ μακρινό μέλλον.

Ο κάθε ένας από τους 9 ορόφους της πυραμίδας είναι χωρισμένος σε 2 επίπεδα, συμβολίζοντας έτσι τους 18 μήνες των 20 ημερών του κοίλου έτους. Στις τέσσερις πλευρές της πυραμίδας υψώνονται 91 σκαλοπάτια, που στο άθροισμά τους δίνουν τον αριθμό 364· ο ναός στην κορυφή συμβολίζει την 365η ημέρα του έτους. Μέσα σ’ αυτόν το ναό υπάρχει το είδωλο από νεφρίτη του θεού ιαγουάρου, που στη γλώσσα Μάγια-yucateca λέγεται μπ’αλάμ (b’alam), όπως και τα ιερά βιβλία αυτού του πολιτισμού: το τσιλάμ μπ’αλάμ (chilam b’alam) του Τσουμαγιέλ (Chumayel), του Τισιμίν (Tizimín), του Μανί (Maní), κλπ…

[xxxii] Αυτή η πρόοδος οφείλεται –σε μεγάλο μέρος- στη ρωσικής καταγωγής αρχιτέκτονα Tatiana Avenirovna Proskouriakoff (Татьяна Авенировна Проскурякова, Ρωσία, 1909 – Η.Π.Α., 1985) [Τατιάνα Αβινίραβνα Πρασκουριακόβα], η οποία κατόρθωσε να αποκρυπτογραφήσει τα ιδεογράμματα των Μάγια. Πρωιμότερες προσπάθειες είχαν γίνει από τον Yuri Valentinovich Knorozov (Юрий Валентинович Кнорозов, Ρωσία, 1922-1999) [Γιούρι Βαλιντίναβιτς Κνόραζοφ], ο οποίος στα 1952 απεφάνθη ότι το επωνομαζόμενο «αλφάβητο», που είχε καταγράψει ο Ισπανός Επίσκοπος Diego de Landa (Διέγο Δε Λάντα) τo 16o αι., ήταν μάλλον συλλαβικό, παρά φωνητικό.

[xxxiii] Οι Μάγια και οι Αζτέκοι κατασκεύαζαν ένα είδος χαρτιού από επεξεργασμένο φλοιό δέντρου. Τρεις τέτοιοι «κώδικες, codex, códices» -όπως τους ονομάζουν οι αρχαιολόγοι- διατηρούνται σήμερα στα μουσεία της Δρέσδης (Γερμανία), του Παρισιού και της Μαδρίτης. Στον πρώτο, αναφέρεται ο ημερολογιακός κύκλος του πλανήτη Αφροδίτη, με μεγάλη ακρίβεια.

[xxxiv] Τα ιερογλυφικά (λογογράμματα) των Μάγια διαβάζονται σε διπλές στήλες, από τα αριστερά προς τα δεξιά και από την κορυφή προς τη βάση:

Πρόκειται για έναν μεγάλο αριθμό λεξιγραφημάτων, δηλ. σημείων που αντιπροσωπεύουν τμήματα λέξεων, συλλαβές (μορφήματα) ή –λιγότερο συχνά- ολόκληρες λέξεις, μαζί με φωνητικά ή/και σημειολογικά, δηλ. νοηματικά σημεία:

Κάθε συλλαβή μπορούσε να έχει διάφορες προφορές και έννοιες. Έτσι, όπως και στη σύγχρονη Κινεζική και Ιαπωνική γλώσσα, είναι απαραίτητη η απομνημόνευση ενός τεράστιου αριθμού ιδεογραμμάτων, ενώ θεωρείται ευκολότερη η αναγνώρισή τους από τον αναγνώστη, παρά η αναπαραγωγή τους από το γραφέα. Γι αυτόν, αλλά και γι άλλους λόγους, η γραφή ήταν προνόμιο της ιερατικής και της βασιλικής κάστας των Μάγια.

Στην επόμενη εικόνα βλέπουμε τη διαδικασία αποκρυπτογράφησης ενός αναθηματικού κειμένου που βρίσκεται σε ξύλινο κιβώτιο προσφορών του Αχ Κ’ας Μπ’αλάμ (Aj K’ax B’alam) στο Τορτουγέρο (Tortuguero) του Μεξικού, το οποίο μελέτησε ο αρχαιολόγος Μαρκ Ζέντερ (Marc Zender), του Παν/μίου του Κάλγκαρυ (Department of Archaeology, University of Calgary):   

ΔΕΞΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΣΚΕΥΟΥΣ
ΣΤΗΛΗ: J-1 K-1 L-1 M-1 N-1 O-1 P-1
  IK’-MUY-yi Ik’ Muyi[l]

 

kabaIL yetkabail
 “(ο οποίος είναι) συνονόματος του”
uMAM 
umam
“παππού του”
taAJAWle taajawle[l]
 “στην εξουσία”
a-LAY?
-ya alay?
 “τότε”
CHUM-mu-wa-ni
chum-waan-Ø
 “αυτός επιβαίνει “
ta-? 
ta ?
“σε ;- πλοίο”
ΓΡΑΜΜΗ 1
ΓΡΑΜΜΗ 2
  ye-te IHAAB‘-ya
  juun haabiiy
“είχε περάσει [περίπου] ένας χρόνος”
CHUM-mu-wa-ni-ya
chumwaniiy-Ø
 “από τότε που κάθισε”
IXCHIJ
  baluun chihj
 “(την) 9 Μάνικ’”
VWI‘-KANJALbu
ho‘-wi‘-kanjalaab
 “15 Ποπ”
AJ-k’a-xa B’ALAM
Aj K’ax B’ahlam
 “Αχ Κ’ας Μπ’αλάμ.
  J-2 K-2 L-2 M-2 N-2 O-2 P-2

Ολόκληρο το κείμενο βρίσκεται στις έξι (6) πλευρές αυτού του «κύβου», και αναφέρει τα εξής:

«Αυτή είναι η εικόνα του Αχ Κ’ας Μπ’αλάμ, του (;), κατά την πράξη της (;). Η πέτρα τυλίγεται δύο ημέρες μετά την 6 Ετσνάμπ (Etznab) 11 [Τ]σέκ[ος] ([T]zek[os]), την 8 Αχάου (Ahau) 13 [Τ]σέκ[ος]. Ο Μπ’αλάμ Αχάου (Balam Ahau), ο θεϊκός Κύριος της περιοχής (του Τορτουγέρο), δεν παραβρέθηκε στο (τύλιγμα της πέτρας = ενταφιασμό στην πέτρινη  σαρκοφάγο). Την 8 Κάουακ (Kawak) 12 Γιας Κιν (Yax Kin), είχαν παρέλθει 2 μήνες από τότε που ο Μπ’αλάμ Αχάου είχε ενταφιαστεί, όταν ο Ικ’ Μουγίλ Μοουάν (IkMuyil Muwan) ο Δεύτερος, συνονόματος του παππού του, ενθρονίστηκε στην εξουσία. Την 9 Μάνικ’ (Manich’) 15 Ποπ (Pop), είχε παρέλθει σχεδόν ένα έτος από τότε που (ο Ικ’ Μουγίλ Μοουάν ΙΙ) ενθρονίστηκε στην εξουσία, όταν ο Αχ Κ’ας Μπ’αλάμ κάθισε σε (;)-πλοίο. Είχαν παρέλθει 5 ημέρες, 11 μήνες και 1 έτος από τότε που κάθησε σε (;)-πλοίο, όταν το αναθηματικό κιβώτιο του Αχ Κ’ας Μπ’αλάμ φιλοτεχνήθηκε.»

Οι υπογραμμισμένες φράσεις αντιστοιχούν στα λογογράμματα αυτής της εικόνας, και διαβάζονται ως εξής: … (I1)-J1, (I2)-J2, K1-L1, K2-L2, M1-N1, M2-N2, O1-P1, O2-P2, …
Κι άλλοι ιθαγενείς λαοί της Αμερικής είχαν αναπτύξει συστήματα γραφής, όμως αυτά δεν έχουν ακόμη αποκρυπτογραφηθεί. Έτσι, οι αρχαιολόγοι διακρίνουν –αυθαίρετα- αυτούς τους πολιτισμούς ως «προϊστορικούς», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι εκείνοι δεν γνώριζαν την ιστορία τους. Ίσως, βέβαια, οι αναφορές τους να περιορίζονται σε «πρωτοϊστορικές» καταγραφές του ανθρώπινου δυναμικού και των φυσικών του πόρων ή των προϊόντων του. Η σύγχρονη ορθογραφία της γλώσσας των Μάγια διαφοροποιείται ανάλογα με τις περιοχές και τις διαλέκτους.

[xxxv] Αφροδίτη (Venus): Σε διαφορά με τους Έλληνες της Ομηρικής εποχής, οι Μάγια ήξεραν ότι ο Αυγερινός (ή Εωσφόρος) και ο Έσπερος (ή Αποσπερίτης) ήταν το ίδιο άστρο, δηλ. ο πλανήτης Αφροδίτη.

[xxxvi] Τσολ κ’ιν (Tzol k’in): Αντίστοιχό του ήταν ο ημερολογιακός κύκλος Τονάλπογουάλι (Tolalpohualli) των Αζτέκων.

[xxxvii] Οι Αμερινδοί διέθεταν αστρονομικές γνώσεις που τους διευκόλυναν στην καλλιέργεια της γης. Για τη μελέτη των κινήσεων του Σύμπαντος, έχτιζαν τους ναούς τους προσανατολίζοντάς τους στα άστρα.

(Στοιχεία ιθαγενούς αρχαιολογικής αστρονομίας:  Sol Latino, Αθήνα, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σσ.: 12-15, άρθρο:  «Observadores de las estrellas» (δίγλωσσο), Ταμπουράκης Ηλίας.)

Στους incas –τον πολιτισμό των Άνδεων (Περού, Βολιβία, κλπ.) της νότιας Αμερικής-, η περιστροφή των στοιχείων της φύσης, δηλ. τα ηλιοστάσια και οι εποχές, οι άνεμοι, οι μέρες και οι νύχτες κ.ά., εκφράζεται στην ποίηση με το ρήμα muyuy.

[xxxviii] Κλίφορντ Μπράουν (Clifford Brown), του Atlantic University της Florida και ο Γουώλτερ Γουίτσι (Walter Witschey), του Μουσείου Επιστημών της Virginia (USA).

[xxxix] Wacław Franciszek Sierpiński (Πολωνία, 1882-1969): Μαθηματικός, ο οποίος επινόησε το ομώνυμο τρίγωνο που μπορεί να αναπαραχθεί πολλαπλά σε οποιαδήποτε κλίμακα μεγέθυνσης ή σμίκρυνση.

[xl] Οι ιθαγενείς γλώσσες της Αμερικής γράφονται πλέον με λατινικό αλφάβητο, στο οποίο οι γλωσσολόγοι έχουν προσθέσει ορισμένα σύμβολα, έτσι ώστε να εκφράσουν τους φθόγγους που δεν αντιστοιχούν στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Το Πόπολ Βουχ γράφεται, λοιπόν, με δύο τρόπους: Pópol Wuj, με το φωνητικό αλφάβητο και προφέρεται Πόπολ Βουχ, και Popol Vuh, στα ισπανικά κείμενα, που προφέρεται Πόπολ Βου.

[xli] Fray Francisco de Ximénez (Ισπανία [Ανδαλουσία], 1666-1721): Καθολικός μοναχός του τάγματος των Δομινικανών και ιστορικός συγγραφέας της κατάκτησης της Αμερικής από τους Ισπανούς. Ταξίδεψε στη Γουατεμάλα το 1687, όπου κάποιοι ιθαγενείς του Τσιτσικαστενάνγκο (Chichicastenango) του αποκάλυψαν ότι ο αρχαίος πάπυρος του Πόπολ Βουχ ήταν κρυμμένος κάτω από την Αγία Τράπεζα του σχετικά νεόδμητου –τότε- καθεδρικού ναού του Αγίου Θωμά της Τσουιλά (Santo Tomás de Chuilá). Οι ιθαγενείς, προκειμένου να διατηρήσουν την ανιμιστική τους θρησκεία, συχνά έκρυβαν ειδώλια λαξεύοντας οπές στην πλάτη των καθολικών αγαλμάτων των εκκλησιών.

Η μετάφραση του Πόπολ Βουχ διήρκησε 21 χρόνια, από το 1701, έως το 1722.

[xlii] K’ukumatz (Γκ’ουκουμάτς) είναι η παράφραση της λέξης Kukulk’an (Κουκουλκ’άν) (στη γλώσσα των Μάγια) ή Quetzalcóatl (Κετσαλκόατλ) [στη γλώσσα των Αζτέκων], που σημαίνει «Φτερωτό Φίδι».

Οι Μάγια αποτελούνται από τριάντα εθνότητες, οι 23 από τις οποίες ζουν ακόμη και σήμερα στη Γουατεμάλα: Κ’εκτσί (q’eqchí), Τσουχ (chuj), Χακαλτέκα (jakalteka), Ακατέκα (akateka), Μαμ (mam), Τεκτιτέκα (tektiteka), Σιπακαπένσε (sipakapense), Αγουακατέκα (awakateka), Σακαπουλτέκα (sakapulteka), Ισίλ (ixil), Κ’ανχόμπ’αλ (q’anjób’al), Ουσπανντέκα (uspanteka), Ατσί’(achí’), Ποκόμτσι (poqomchi), Ποκόμαν (poqoman), Τσορτί’ (chortí’), Τσ’ούτουχιλ (tz’útujil), Σίνκα (xinka), Καρίμπε (karibe), Ιτσά (itzá), Μοπάν (mopán), Κακτσικέλ (kaqchiquel) και Κ’ιτσέ (k’iché), ενώ στο Μεξικό υπάρχουν οι Γιουκατέκα (yukateka), οι Λακανντόν (lakandón), οι Τσέλταλ (tzeltal) και οι Τσότσιλ (tzotzil)· οι δύο τελευταίοι αποτελούν τις ομάδες των σύγχρονων επαναστατών Σαπατίστας (zapatistas). Άλλες φυλές, όπως οι Σούμου (sumu), κατοικούν σε γειτονικές χώρες, όπως η Ονδούρα. Κάθε μία μιλάει δική της γλώσσα, ή διάλεκτο. Ορισμένες φυλές μπορούν να συνεννοηθούν γλωσσικά, ενώ άλλες όχι. Λίγοι είναι όμως πλέον οι ιθαγενείς που δε γνωρίζουν και την Ισπανική.

☼ Ο Kukulk’an/Quetzalcóatl (Κουκουλκ’άν/Κετσαλκόατλ) είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον γήινο Κόσμο και στο βασίλειο των νεκρών και συμβολίζει την αναγέννηση της Φύσης. Θεωρείται ακόμη και σήμερα -από όσους ιθαγενείς ακολουθούν το θρησκευτικό συγκρητισμό μεταξύ του Καθολικισμού και της ανιμιστικής  θρησκείας-, ότι οδηγεί το γένος των ανθρώπων σε διάφορα σημεία του σύμπαντος, ενώ συγχρόνως καθορίζει το χρόνο και τους ημερολογιακούς κύκλους. Συνδέεται με την καρποφορία, την προέλευση της ζωής και το πεπρωμένο. Θεμελιώνει τη νομιμότητα της θεϊκής ισχύος στη Γη και συμβολίζει το φως και τα χρώματα. Το όνομά του στην γλώσσα νάουατλ (náhuatl) των Αζτέκων –Quetzalcóatl- δείχνει ετυμολογικά τη μείξη των στοιχείων του ουρανού (ketzalli (κετσάλλι) = κυανοπράσινο-ιριδίζον πολύτιμο και ιερό φτερό, πλούσιο φτέρωμα // quetzal = φαρόμακρος, παραδείσιο πτηνό) και της γης (kówaλ, cóatl (κόατλ) = φίδι // φίλος // δίδυμος [coate, στο σύγχρονο υβριδικό ισπανικό ιδίωμα του Μεξικού]). Με την έννοια του διδύμου, ο Κετσαλκόατλ θεωρείται αδελφός του Τεσκατλιπόκα. (Βλ. Εισαγωγή: Κεφ. ΙΙ. Πάνθεον, 2. Μεξικό.) Αυτοί οι δύο, όμως, είναι εχθροί, ενώ οι Δίδυμοι Χουν και Βουκούμπ Χουναχπού των Μάγια αλληλοϋποστηρίζονται. Στα τέλη της κλασικής περιόδου (900 μ.Χ.), ο Κετσαλκόατλ απέκτησε ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά· κυβερνήτες πόλεων-κρατών έφεραν το όνομά του στον τίτλο τους.

(Βλ. υποσημ. clxxxiv)

[xliii] Jun = 1, Jurakán = πόδι. (huracán = ουρακάν) ονομάζεται σήμερα ο τυφώνας στο λατινοαμερικανικό ιδίωμα της ισπανικής γλώσσας.

[xliv] Ο Π. Χ. Δε Αριάγα (P. J. de Arriaga), ένας Ισπανός ιεραπόστολος στο Περού του 19ου αι., αναφέρει στο έργο του Extirpación de la idolatría del Perú – Εξάλειψη της ειδωλολατρίας στο Περού (Λίμα, 1621), ότι κάθε φορά που το κλίμα ήταν ιδιαίτερα ψυχρό, καλούσε –μεταξύ άλλων- όλους τους δίδυμους, τους οποίους κατηγορούσε η τοπική κοινωνία ότι ήταν υπεύθυνοι για το δριμύ ψύχος, επειδή –όπως ισχυρίζονταν- είχαν φάει αλάτι και πιπεριές. Τους έδινε, λοιπόν, την εντολή να εξομολογηθούν και να δηλώσουν μετάνοια για το αμάρτημά τους. Ο συσχετισμός των δίδυμων με την ατμοσφαιρική αναστάτωση είναι κοινό φαινόμενο σε σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο.

Αντίθετα, οι ινδιάνοι των  παράκτιων περιοχών της Βρετανικής Κολομβίας προσδίδουν στους Δίδυμους ιδιαίτερες δυνάμεις, έτσι ώστε να διώχνουν την κακοκαιρία.

Οι Τουπινάμμπα (tupinamba) –οι αρχαίοι ιθαγενείς των ακτών της σημερινής Βραζιλίας- διηγούνταν το μύθο μίας γυναίκας, την οποίαν αποπλάνησε ένας πάμφτωχος άνθρωπος. Η γυναίκα αυτή γέννησε δίδυμα, από τα οποία, το πρώτο ανήκε στο διαφθορέα και το δεύτερο στο νόμιμο μέλλοντα σύζυγό της –που ήταν θεός. Ο φτωχός κατεργάρης, λοιπόν, κατάφερε να την κάνει να πιστέψει ότι εκείνος ήταν ο θεός, και να μείνει έγκυος μαζί του. Αργότερα έμεινε έγκυος και από το γνήσιο θεό. Παρ’ όλα αυτά, όμως, γέννησε ταυτόχρονα τα δύο παιδιά. Αυτά, όντας από διαφορετικό πατέρα, είχαν αντίθετα μεταξύ τους χαρακτηριστικά: ο ένας γιος ήταν γενναίος, ενώ ο άλλος δειλός. Αργότερα, ο ένας ήταν ο προστάτης των ινδιάνων, κι ο άλλος των λευκών. Ο ένας πρόσφερε αγαθά στην κοινότητα, ενώ ο άλλος ήταν υπεύθυνος για πολλά δεινά της Ανθρωπότητας.

Σε άλλες φυλές, όπως στους Κοοτενάυ (Kootenay) των Βραχωδών Ορέων (Rocky Mountains, Η.Π.Α.), στον ίδιο μύθο αναφέρεται μία και μόνη γονιμοποίηση. Ο ένας από τους Δίδυμους έγινε ο Ήλιος, κι ο άλλος το Φεγγάρι.

Στη φυλή Οκανάγκα (Okanaga) της Βρετανικής Κολομβίας, πάλι, ο μύθος παραλλάσσεται πολύ, και λέει ότι δύο αδελφές εξαπατήθηκαν από δύο διαφορετικούς άντρες, όμως, τα παιδιά τους θεωρούνταν δίδυμα, εφ’ όσον γεννήθηκαν κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, από ηθική και ψυχολογική άποψη.

Στο μύθο της φυλής Κοοτενάυ, οι Δίδυμοι περνούν από διαφορετικές περιπέτειες, που τελικά τους «αποδιδυμοποιούν». Σε ορισμένες φυλές, τα δίδυμα νεογνά θανατώνονται αμέσως μετά τον τοκετό. Όχι μόνο οι δίδυμοι, αλλά και όσοι γεννήθηκαν βγάζοντας πρώτα τα πόδια, αλλά και τα άτομα με λαγωχειλία –όλα σύμβολα της δυαδικότητας- ενσαρκώνουν δύο χαρακτηριστικά, του καλού και του κακού, τα οποία παραμένουν συγχωνευμένα μέσα στο ένα και ίδιο πρόσωπο.

(Lévi-Strauss, Claude: Μύθος και νόημα, Μτφρ. Β. Αθανασόπουλος, Εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1986).

Κατά τον Ρεσίνος (Recinos), η δυαδικότητα διαφαίνεται ανάμεσα στα ζεύγη των προσώπων (Δίδυμοι Ήρωες), ενώ κατά τον Τσάβες (Chávez), ο δυαδισμός έγκειται σε δύο χαρακτηριστικές ιδιότητες που προσδίδονται σε ένα πρόσωπο. Ο Κ. Τάουμπε (Karl Taube), πιστεύει ότι ο φόβος των μεσοαμερικανικών προκολομβιανών πολιτισμών για τους διδύμους συσχετίζεται με την ενσάρκωση του μυθικού χρόνου της Δημιουργίας. Αυτοί είναι οι δημιουργοί της τάξης, αλλά ενσαρκώνουν και τη σύγκρουση της αλλαγής.

(Βλ. ημερολόγιο Τσολ κ’ιν, Εισαγωγή: Χ. Παράρτημα, Κεφ. 1. Γουατεμάλα: Τσολ Κ’ιν).

[xlv] Ο κατακλυσμός εμφανίζεται ως κοινό στοιχείο αναγέννησης σε διάφορους πολιτισμούς: πρβλ.: τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, ή το βιβλικό του Νώε, των Σουμμερίων και του Γκιλγκαμές, της Τορά και του Κορανίου, τον Ινδικό και τον Κινέζικο, των Αβοριγίνων της Αυστραλίας, αλλά και τον Ινδονησιακό και τον Μαλαιοπολυνησιακό, των Φιννοταταρικών λαών κ.α. Στην Αμερικανική ήπειρο εμφανίζεται στους Μάγια, τους Αζτέκους, τους Ίνκα, τους Γουαρανί και τους Τσίμπτσα. Ορισμένοι μελετητές του ιερού βιβλίου Πόπολ Βουχ, ισχυρίζονται ότι τα κοινά σημεία ανάμεσα στη Χριστιανική θρησκεία και σ’ εκείνη των ιθαγενών, οφείλονται στη δια της βίας αφομοίωση των συμβόλων της πρώτης από τη δεύτερη, ως αποτέλεσμα της κατάκτησης της Αμερικανικής ηπείρου από τους Ισπανούς και του προσηλυτισμού των ιθαγενών. Άλλωστε, οι αρχαίοι πάπυροι (στη πλειονότητά τους) καταστράφηκαν, και οι ηγέτες (βασιλείς-ιερείς-σοφοί) θανατώθηκαν. Οι μεταγενέστεροι Ισπανοί, όπως ο μοναχός Φρανθίσκο Δε Χιμένεθ (βλ. σχ. 41) προσπάθησαν να ανακτήσουν αυτό το χαμένο υλικό –το θησαυρό της ιθαγενούς λογοτεχνίας και επιστήμης- με προφορικό τρόπο από ινδιάνους των λαϊκών στρωμάτων, οι οποίοι όχι μόνο δεν γνώριζαν στην εντέλεια τις βαθύτερες πτυχές της παράδοσής τους, αλλά ήταν κι επιρρεπείς σε κάθε επιρροή κι εκφοβισμό. Πρβλ. επίσης τους πρώτους στίχους του Πόπολ Βουχ, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους δύο πρώτους από τη Γένεση.

[xlvi] Junajpú (Χουναχπού) σημαίνει: «1 (όχι: ένας) Κύριος (του Φυσοκάλαμου)». Το όνομα αυτό προέρχεται από το ιερό ημερολόγιο: Ahau/Ajaw (Αχάου) = Ajpú (kí-tzè).

Το αντίστοιχο της κλασικής περιόδου των Μάγια του Γιουκατάν (Yucatán), στο νότιο Μεξικό, για τον Χουν Χουναχπού –τον πατέρα των Δίδυμων Ηρώων-, είναι μία μορφή θεού του καλαμποκιού. Το ξυρισμένο κεφάλι με έντονη δολιχοκεφαλία και μία τούφα μαλλιών να προεξέχει, συμβολίζει ένα ώριμο καρπό καλαμποκιού. Η συγκομιδή των καρπών από τους μίσχους, συμβολίζει τον αποκεφαλισμό του Χουν Χουναχπού από τους Κυρίους του Κάτω Κόσμου.

(Βλ. Μέρος Δεύτερο: Κεφ. ΙΙ.)

[xlvii] Vukub (Βουκούμπ) σημαίνει «επτά (7)».

[xlviii] Adrián Recinos (Γουατεμάλα, 1886-1962): Μελετητής και φημισμένος μεταφραστής του Πόπολ Βουχ, ο οποίος προσπάθησε να το προσαρμόσει στη «Δυτική» σκέψη.

[xlix] Adrián Inés Chávez Ιθαγενής Μάγια από τη Γουατεμάλα και καθηγητής, ο οποίος μετέφρασε το Πόπολ Βουχ στην Ισπανική γλώσσα, ακολουθώντας πιστά την ινδιάνικη γλώσσα και σκέψη.

[l] Taube, Karl: Μύθοι των Αζτέκων και Μάγια, μτφρ.: Α. Η. Σακελλαρίου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1996, σ. 65.

[li] Aztecas, mexica (Αζτέκοι, όχι: «Ατζέκοι!): Προκολομβιανός πολιτισμός της Μέσης Αμερικής, στην περιοχή του Ανάουακ (Anahuac) του κεντρικού Μεξικού, ο οποίος άνθισε από το 1.200 έως το 1521 μ.Χ. Τα κύρια προϊόντα της γης τους ήταν το καλαμπόκι, το αβοκάντο, η ντομάτα, το φιστίκι, η σοκολάτα, οι γαλοπούλες και μία ράτσα εδώδιμων σκύλων, που λέγονταν ισκουίντλ (izkwintli). Στην αρχιτεκτονική ασχολήθηκαν με την κατασκευή πυραμίδων. Διέθεταν σύστημα γραφής, το οποίο ακόμη δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί. Είχαν επίσης γνώση του ημερολογίου.

[lii] Στο ανθρωπολογικό μουσείο της Πόλης του Μεξικού φυλάσσεται το Κουαουσικάλι (Cuauhxicalli), ένας στρογγυλός βασαλτικός μονόλιθος, με διάμετρο 3,60 μ. και βάρος 25 τόνους, που φέρει τα σύμβολα του ημερολογιακού κύκλου των Αζτέκων.

[liii] Οι Αζτέκοι ήταν ένας ημινομαδικός λαός με αμφίβολη προέλευση: ένας μύθος τους αναφέρει ότι κατάγονταν από το Ατιτλάν (Atitlán), ένα νησί του Ειρηνικού Ωκεανού. Αρχαιολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες, όμως, έδειξαν ότι η προέλευσή τους είναι από την περιοχή Γιούτα (Utah) των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Το όνομά τους, πάντως, περιέχει το λέξημα a, που σημαίνει «νερό» και την κατάληξη –tl, που φανερώνει ουσιαστικό. Αυτοαποκαλούνται, λοιπόν, aztékaλ (στον ενικό αριθμό) και aztekah (στον πληθυντικό), δηλ., «ο λαός που έρχεται, ή κατοικεί κοντά στα ύδατα». Αναφέρει, μάλιστα, η μυθολογία τους, ότι έπρεπε να μετακινούνται συνεχώς πεζοί, από το Βορρά μέχρι το κέντρο του σημερινού Μεξικού, μέχρι να συναντήσουν μία λίμνη, μ’ ένα νησί κι έναν κάκτο νοπάλλι (nopalli), πάνω στον οποίον ένας αετός θα έτρωγε ένα φίδι. Όταν, λοιπόν, στα 1325, ο ιερέας Tenoxtli (Τενόστλι) είδε τον οιωνό, αναφώνησε: «Tenuxtíλan kwauhλi iλoayakan!» (Τενουστίτλαν κουάουτλι ιτλοαγιάκαν), που σημαίνει: «Ιδού η Ιερή Πόλη, όπου Αετός κατασπαράζει Όφιν!». Είναι, βέβαια, κατανοητό, ότι αυτή η παράδοση είχε δημιουργηθεί από το ιερατείο, για να εξυπηρετεί τις επεκτατικές τάσεις των Αζτέκων, οι οποίοι αφομοίωναν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά όσων λαών κατακτούσαν και κυβερνούσαν με τη βία και τον εκφοβισμό μέσω των ανθρωποθυσιών, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα παγκοσμιοποιημένο πολιτισμικό καλειδοσκόπιο. Λόγω αυτού του γεγονότος, πάντως, φέρουν και την ονομασία Τενότσκα (tenochca).

(Madsen, W. & C.: Τελετές μαγείας στη Σύγχρονη Λατινική Αμερική, Μαγικο-θρησκευτικές αντιλήψεις ανάμεσα στους σύγχρονους Αζτέκους, Μάγια και άλλους ιθαγενείς, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Ηλίας Ταμπουράκης, Εκδ. Περίπλους, Αθήνα, 2007.)

[liv] Στα 1995, στη Γουατεμάλα, υπήρχαν 53% επί του πληθυσμού ιθαγενείς διαφόρων φυλών -με κυρίαρχους τους Μάγια-, 42% μιγάδες, 4% λευκοί ισπανικής καταγωγής και 1% άλλοι λαοί (μετανάστες).

[lv] Incas (Ίνκας): Προκολομβιανός πολιτισμός της Ζώνης του Πανανδικού πολιτισμού της Νότιας Αμερικής, στην περιοχή του Περού (κυρίως), της Βολιβίας και άλλων χωρών, ο οποίος άνθισε από το 1.438 έως το 1.533 μ.Χ. Τα κύρια προϊόντα της γης τους ήταν το δημητριακό κίνουα (qinoa) και τα φύλλα κόκας. Στην αρχιτεκτονική ασχολήθηκαν με την κατασκευή κυκλώπειων τειχών, ενώ στις καλές τέχνες διακρίθηκαν στη χρυσοχοΐα. Συνήθιζαν να προσφέρουν δωρεάν εργασία στην κεντρική κυβέρνησή τους και να μουμιοποιούν τους νεκρούς τους. Διέθεταν σύστημα καταγραφής του ανθρώπινου δυναμικού και των φυσικών τους πόρων με κόμπους διαφόρων ειδών, μεγεθών, χρωμάτων και νημάτων, το οποίο ονομάζεται κίπου (qipu). Είχαν επίσης γνώση του ημερολογίου.

(Ανθολογία ποίησης των Ίνκας, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Ηλίας Ταμπουράκης, Εκδ. Ροές, Αθήνα, 2007.)

[lvi] Qosqo, Cusco & Cuzco (Κόσκο, Κούσκο, Κούθκο), είναι οι παραλλαγές της ονομασίας της τελευταίας πρωτεύουσας του Tawantinsuyo (Βλ. σχ. 67) –της Αυτοκρατορίας των Ίνκας.  Η λέξη σημαίνει «Ομφαλός του Κόσμου», και συμβολίζει το γεωγραφικό κέντρο εκείνης της χώρας των Άνδεων, που το όνομά της δήλωνε «Τα τέσσερα σημεία του Κόσμου». Ιδρύθηκε από τον θρυλικό Ίνκα Μάλλκου Κ’άπακ (Inka Mallku Qhapaq) το έτος 1226 μ.Χ. Σε υψόμετρο 3.326 μέτρων, είναι ένα θαύμα της αρχιτεκτονικής, όπου η μεγαλιθική λιθοδομή των Ίνκας συναντά τα μπαρόκ μπαλκόνια της Εξτρεμαδούρας από την Ισπανία.

[lvii] Mby’a tupí-guaraní (Μ’μπ-α Τουπί-Γουαρανί): Προκολομβιανός πολιτισμός της περιθωριακής (υποαμαζόνιας) περιοχής της Νότιας Αμερικής, στη σημερινή Παραγουάη, ο οποίος υπάρχει από την προϊστορική περίοδο έως και στη σύγχρονη εποχή. Κύριο προϊόν της γης τους είναι η αμυλώδης ρίζα γιούκα (yuca). Στη λαϊκή χρηστική τέχνη διακρίθηκαν στην καλαθοπλεκτική και στην κατασκευή τόξων. Το καλάθι συμβολίζει τη γυναίκα, επειδή πριν ακόμη κι από τη νεολιθική εποχή, τα θηλυκά μέλη της φυλής ασχολούνταν με τη συλλογή των καρπών, ενώ το τόξο είναι το σύμβολο του άνδρα, επειδή εκείνος έφερνε το κυνήγι στο χωριό. Τα δύο αυτά αντικείμενα συμβολίζουν επίσης τα γεννητικά όργανα. Οι Γουαρανί δε διέθεταν σύστημα γραφής, όμως διατήρησαν την θρησκευτική και λογοτεχνική προφορική τους παράδοση Yvyra Ñe’ery ( = Ρέει ο λόγος από τα δέντρα), με τη μελωδική τους γλώσσα.

[lviii] Pierre Clastres, (Γαλλία, 1934-1977): Γάλλος ανθρωπολόγος και εθνολόγος.

[lix] Arwak (Άργουακ): Προκολομβιανός πολιτισμός της περιθωριακής περιοχής της Νότιας Αμερικής, στην Κολομβία, ο οποίος άνθισε γύρω στο έτος 1.000 μ.Χ. Στις καλές τέχνες ασχολήθηκαν με τη χρυσοχοΐα. Δε διέθεταν σύστημα γραφής.

[lx] Sierra Nevada de Santa Marta (Σιέρρα Νεβάδα Δε Σάν’τα Μάρτα): Η ψηλότερη παραθαλάσσια οροσειρά της Γης, με υψόμετρο 5.775 μ.

[lxi] Στα 65 χμ. βόρεια της Μπογκοτά –της πρωτεύουσας της Κολομβίας- βρίσκεται η Λίμνη Γουαταβίτα (Guatavita), ο ιερός τόπος του πολιτισμού των Μουίσκα (muisca), και κοιτίδα του θρύλου του Ελ Δοράδο (El Dorado) –της «χρυσής πόλης» που αναζητούσαν οι Ισπανοί τυχοδιώκτες. (Βλ. σχ. 10 & 12) Οι ιθαγενείς έριχναν στα νερά της λίμνης τις προσφορές χρυσού και πολύτιμων λίθων για τους θεούς τους. Παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες εύρεσης και ανέλκυσης των θησαυρών, μόνο λίγα αντικείμενα έχουν έρθει στο φως. Οι ντόπιοι ισχυρίζονται ότι το πνεύμα της λίμνης κρύβει καλά τους θησαυρούς του…

[lxii] Bri-bri (Μπρι-μπρι): Προκολομβιανός πολιτισμός της νότιας Κόστα Ρίκα. Δε διέθεταν σύστημα γραφής. Σήμερα χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο, όπως όλοι οι ιθαγενείς της Αμερικής.

[lxiii] Στην Κόστα Ρίκα συναντώνται στοιχεία από τους πολιτισμούς της Μέσης Αμερικής (Μάγια, Αζτέκοι) και της περιθωριακής περιοχής της Νότιας Αμερικής (Τσίμπτσα), οι οποίοι έφεραν επιρροές από τη Ζώνη του Πανανδικού πολιτισμού (Ίνκα).

[lxiv] Nolpopokayan (Νολποποκαγιάν), δηλ. «Γη όπου τα Βουνά Καπνίζουν»  ονομάζεται στη γλώσσα νάουατλ (náhuatl) των Αζτέκων η Κεντρική Αμερική, επειδή έχει πολλά ενεργά ηφαίστεια.

[lxv] Στη διαδρομή των σκλαβοκάραβων, η Κούβα, μέσ’ τη μέση της Καραϊβικής, με το ευνοϊκό της κλίμα, την τροπική βλάστηση, τους ήχους και τις καταιγίδες˙  νησί με μοναδικά στοιχεία, φιλοξένησε τους ταλαιπωρημένους δυτικοαφρικανούς, σα να ‘ταν πατρίδα τους, και τους ένωσε με το τοπικό στοιχείο, σε μία αργή διαπολιτισμική διεργασία που διήρκησε πάνω από τρεις αιώνες.  Εκεί, το αφρικανικό πνεύμα του Κυρίαρχου των Κεφαλών ταυτίστηκε με την Βίρχεν Δελ Μπλάνκο (Virgen del Blanco) –την Παναγία του Λευκού (κατακτητή)-, η Οτσούν (Oshún) του ποταμού με τη μουλάτα Καριδάδ Δελ Κόμπρε (Caridad del Cobre) –την μιγάδα Παναγία του Ελέους-, η όμορφη Γιεμαγιά (Yemayá) συνενώθηκε με την Βίρχεν Δε Ρέγλα (Virgen de Regla) –την Παναγία της Εμμηνόρροιας-, στην οποίαν προσεύχονται οι έγκυες κι όσες θέλουν ν’ αποκτήσουν παιδί μα δεν μπορούν, ή ακόμη κι όσες έχουν παιδί μέσ’ τα σπλάχνα τους, μα δεν το θέλουν.  Ο Τσανγκό (Shangó) -ο θεός του πολέμου- μετουσιώθηκε στην Σάντα Μπάρμπαρα (Santa Bárbara), που κρατά την κούπα (της ισπανικής μέθης) και το σπαθί (του ισπανικού τρόμου).  Όλα σε μία γη κοινή.  Στις αχυρένιες καλύβες, ανάμεσα στα τύμπανα και στα καμπανάκια, με τα μουσικά τους αγγογγό (agogó) και τα ομπά κουκού (obá kukú) και τ’ άλλα λατρευτικά αντικείμενα, που η φύση απλόχερα τους προσφέρει, τα πνεύματα των Oρίτσα (Orisha) πέφτουν σε εκστατικό χορό:

«koko odasheleyó

ko ko…

arere modasheleyó

koko modasheleyó…»

Λιτανείες και πρώτες Κοινωνίες συμπαρελαύνουν στις γειτονιές της Αβάνας, με τα γκρεμισμένα, πλέον, ενάλια τείχη, με το ιγιαμπό (iyabó) –το τελετουργικό μύησης:  στη γειτονιά της Ρέγλα, σ’ ένα σπίτι της δεκαετίας του 1950, μ’ εφτά δωμάτια γύρω απ’ την κεντρική αυλή, που φιλοξενεί γύρω στους εκατό ανθρώπους με τις επιδερμικές και θρησκευτικές τους αποχρώσεις, ένας υπερήλικας νέγρος, ντυμένος στα λευκά, δίπλα σ’ έναν μικρό βωμό, υμνεί τον Ελέγκμπα Ελεγουά (Elegba-Eleguá).  Δεν υπάρχουν τύμπανα˙  μόνο τρία μικρά αντικείμενα:  ένα ασημένιο αγγογγό –το μουσικό όργανο του Ομπαταλά (Obatalá)-, ένα χρυσό καμπανάκι της Οτσούν κι ένα ξύλινο ατσερέ (acheré) για τους υπόλοιπους θεούς.  Κάποιος από την ομήγυρη κινείται αποπνέοντας πολλή ενέργεια, κάνει παράξενους μορφασμούς, αναπνέει βαθιά, και τα μάτια του γίνονται κάτασπρα.  Ο Ορίτσα που επικαλείται ο ιερέας ανακοινώνει την παρουσία του.  Οι ύμνοι παίρνουν και δίνουν ανάμεσα στο πλήθος:  Iyalode tenite / ofe iko eri ma…

Οι ύμνοι αυτοί έχουν τις ρίζες τους στα βάθη της Αφρικής και των αιώνων.  Τα φωνητικά λάθη που είναι φυσικό να προκύπτουν σε μία προφορική παράδοση που επιβιώνει υπό καταπίεση, μεταδίδονται από στόμα σε στόμα, δημιουργώντας έτσι, μία σύγχρονη υβριδική κουλτούρα.  Αυτό το μελωδικό φολκλόρ των Γιορουμπά (Yorubá) επιτελεί το λειτούργημα της διατήρησης της ανάμνησης των νεκρών, της συνειδητοποίησης της ζοφερής πραγματικότητας της ζωής και της επίκλησης των άστρων και των λοιπών ουράνιων (θεϊκών/θεοποιημένων) σωμάτων.  Προαναγγέλλει το πεπρωμένο του ανθρώπου στη Γη, από τη γέννησή του, μέχρι τον θάνατό του.  Είναι μία αλληγορική αναφορά στο Πάνθεον των Ορίτσα, της άγραφης ιστορίας των Αφρικανών σκλάβων.  Ένας μαγικός εξορκισμός ανεπιθύμητων γεγονότων του παρελθόντος και του μέλλοντος.  Μία προφορική διατήρηση της γλώσσας, της θρησκείας, της φιλοσοφίας και της ιστορίας της Μαύρης ηπείρου.  Οι ακπόμ (akpom) –οι ερμηνευτές- αυτής, έχουν βαθιά γνώση αυτής της μουσικής κουλτούρας.

Ο Ελέγγμπα Ελεγουά είναι ο Ορίτσα που έχει άμεση σχέση με τα άστρα.  Οι πιστοί τού απευθύνουν προσευχές πριν από κάθε εμπορική διαπραγμάτευση.

Ο Ογγούν (Ogún) -ο θεός του πολέμου- αντιστοιχεί στην ανθρώπινη αποφασιστικότητα για την τέλεση οποιουδήποτε έργου.  Είναι κυρίαρχος των μετάλλων, και φυσικά των όπλων, αλλά και των αγροτικών εργαλείων και, κατ’ επέκτασιν, της αγροκαλλιέργειας.  Ο τελετουργικός χορός που του αφιερώνουν οι πιστοί, εκτελείται μ’ ένα γιαταγάνι του ζαχαροκάλαμου.  Ντύνεται στα κόκκινα και στα μοβ, στα πράσινα και στα μαύρα, ενώ στη μέση φορά το μαριβό (mariwó) –τους θυσάνους από φοίνικα-, και στο κεφάλι ένα διάδημα από δέρμα τράγου με ραμμένα κοχύλια.  Κρατά ένα παγούρι.

Ο Οτσόσι (Oshosi) -θεός του κυνηγιού- εξασφαλίζει στον άνθρωπο την τροφή του.  Επίσης, τον γιατρεύει με τα βότανά του.  Συσχετίζεται με τη δικαιοσύνη , και χαρακτηρίζεται ως άκρως δύσπιστος.  Το ατσέ (axé) -η ισχύς του- είναι αλάθητη.  Η ενδυμασία του είναι μπλε ή μοβ, και φέρει σκούφο από δέρμα ελαφιού με κοχύλια, ενώ κρατάει ένα τόξο, με το οποίο χορεύουν οι πιστοί του.

Ο Ομπαταλά, που λέγεται και Οριτσανλά ή και Οτσανλά, είναι ο ύψιστος του πανθέου Ορίτσα που έφεραν στην Καραϊβική οι μαύροι σκλάβοι της εθνικής ομάδας των Γιορουμπά από τη σημερινή Ισπανόφωνη Δυτική Αφρική.  Αυτός είναι ο δημιουργός του ανθρώπου.  Εκπροσωπεί το καλό, τη σοφία και την υπομονή.  Είναι ντυμένος στα λευκά με κόκκινη ή μοβ μπορντούρα.  Η μυθολογία πατακί (patakí) -που σημαίνει «δρόμος»- λέει ότι εμφανίζεται με δύο μορφές:  τη νεανική και τη γερασμένη.  Δέχεται τις πιο συχνές παρακλήσεις από τους ανθρώπους, για να τους χαρίζει υγεία ως το θάνατο.  Φημίζεται για την ηρεμία του.  Λατρεύεται ως διπλή φύση, ανδρική και γυναικεία, πατέρας, μητέρα και ανδρόγυνο.  Χορεύει κρατώντας μία ουρά αλόγου, και στον πόλεμο χρησιμοποιεί τόξο.  Παρ’ όλο που υπερισχύει κατά κάποιον τρόπο η ανδρική του υπόσταση, οι Καθολικοί ιεραπόστολοι τον έχουν εξομοιώσει με την Παναγία της Χάριτος.

Η Γιεμαγιά, η μέγιστη των Ορίτσας, είναι η θεά της θάλασσας, η μητέρα όλων των μανάδων, και σύζυγος του Ομπαταλά.  Ντύνεται στα μπλε, με λευκές ρίγες στο τελείωμα.  Έχει εξομοιωθεί με την Παναγία “Ρέγλα”.  Χαρακτηρίζεται για την ομορφιά την εξυπνάδα και τη δύναμή της.

Ο Τσανγκό -ο γιος του Ομπαταλά και της Γιεμαγιά-, είναι ο κυρίαρχος του τυμπάνου μπατά (batá), και μαγεύει τις γυναίκες ερωτικά με τους λάγνους χορούς του.  Φοράει κόκκινα ρούχα με λευκή μπορντούρα και μια ζώνη από φύλλα φοίνικα.  Κρατάει πάντα τον πέλεκυ του πολέμου.  Συμβολίζει την αρρενωπότητα, τον έρωτα και το νόημα της ζωής.

Η Οτσούν είναι η Κυρία του Χρυσού.  Θεά του αισθησιασμού, διατηρεί σχέσεις με τον Τσανγκό, τον Ογκούν και τον Οτσόσι.  Με αυτόν τον τελευταίο απέκτησε ένα παιδί με μία ιδιαιτερότητα:  για έξι μήνες είναι αγόρι και ζει με τον Οτσόσι, και γι άλλους έξι είναι κορίτσι, και ζει με την Οτσούν.  Η Οτσούν, λοιπόν, ντύνεται στα κίτρινα και στολίζεται με χρυσά κοσμήματα.  Για τον χορό της, οι πιστοί χρησιμοποιούν βεντάλιες και κρίκους στους αστράγαλους.  Είναι το πνεύμα της πειθούς, την οποία επιτυγχάνει με ερωτικά τεχνάσματα, αλλά και με σοφία.  Κατέχει επίσης τα μαγικά φίλτρα του καλού και του κακού.

Η Ογιά-Ιανσά (Oyá-Iansá) -η ικανή πολεμίστρια- ζει κι αυτή με τον Τσανγκό και τον Ογκούν, και νικά τους πάντες.  Κυρίαρχη του θανάτου, κατοικεί στα νεκροταφεία, λόγος για τον οποίον οι πιστοί τρέμουν την εμφάνισή της.  παρ’ όλ’ αυτά, η ενδυμασία της είναι πολύχρωμη.  Ο θρησκευτικός συγκρητισμός την έχει μετουσιώσει με την Αγία Τερέζα του καθολικισμού.

Το Εγκούν (Egún) είναι το πνεύμα που καθορίζει τις επαφές των ζωντανών με τους νεκρούς.  Στη φιλοσοφία των Γιορουμπά-λουκουμί (lukumí) υπάρχει η ρήση:  «ikú lobi osha», που σημαίνει:  «ο νεκρός γέννησε τον Άγιο».

Αυτός ο μαγικο-θρησκευτικός συγκρητισμός υπάρχει σήμερα και στη Βραζιλία.

(Στοιχεία από: Madsen, W. & C.: Τελετές μαγείας στη Σύγχρονη Λατινική Αμερική, Μαγικο-θρησκευτικές αντιλήψεις ανάμεσα στους σύγχρονους Αζτέκους, Μάγια και άλλους ιθαγενείς, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Ηλίας Ταμπουράκης, Εκδ. Περίπλους, Αθήνα, 2007 & Pedroso Lázaro, Ogún Tolá: Obeddí, Cantos a los Orishás, traducción e historia, Edi. Artex, La Habana, Cuba, 1995.)

 Για περισσότερη συζήτηση γύρω από την ισπανική γλώσσα & τους πολιτισμούς της, επικοινωνήστε μαζί μας: Ηλίας Ταμπουράκης & Maricela Jiménezιδιαίτερα μαθήματα στον χώρο σας, κιν. 6951614346 & 6939777085

Advertisements