Απορίες στη γλώσσα ? Αντιστοιχία ρηματικών τύπων σε 5 γλώσσες.

4297263546_a017f58de7_m

LicenseAttributionNoncommercialNo Derivative Works Some rights reserved by Shohei Hanazaki

Πολλοί ρηματικοί τύποι, που δημιουργούν διάφορες εκφράσεις σε μία γλώσσα, είναι πιθανόν να μην υπάρχουν σε κάποια άλλη γλώσσα. Εδώ θα προσπαθήσουμε να αντιστοιχίσουμε τους χρόνους και  τις εγκλίσεις στην ενεργητική & παθητική φωνή και στη μέση διάθεση, ανάμεσα στα ελληνικά (85)ισπανικά (142), αγγλικά (65)πορτογαλικά (131) & γερμανικά (64). (Κάποιοι από αυτούς μπορεί να χρησιμοποιούνται μόνο σε ορισμένες περιοχές, ή να έχουν σπάνια χρήση, παλιότερη ή λογοτεχνική.) Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι οι βόρειες γλώσσες είναι φτωχότερες σε ρηματικούς σχηματισμούς, απ’ ότι οι νότιες. Ως παράδειγμα, θα χρησιμοποιήσουμε το ρήμα “γράφω”, επειδή σχηματίζει ανώμαλους τύπους σε όλες αυτές τις γλώσσες, κι έχει μετατροπές σε όλους σχεδόν τους χρόνους, τις εγκλίσεις, τις φωνές & τις διαθέσεις (486). Πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν ότι μία έκφραση μπορεί να χρησιμοποιεί διαφορετικούς ρηματικούς τύπους ανάμεσα στις γλώσσες: π.χ. Πού ήσουν; ¿Dónde estabas / estuviste? Where have you been? Πολλοί άνθρωποι διευκολύνονται από τη γλωσσική σύγκριση. Εάν όμως, αυτό σας μπερδεύει, μπορείτε να επιλέξετε (ηλεκτρονικά ή με μαρκαδόρο) τη γλώσσα που σας ενδιαφέρει. Και φυσικά, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτόν τον μεγάλο κατάλογο τμηματικά.

Geometric-Wallpaper-HD-40

http://ohtoptens.com/wp-content/uploads/2015/05/Geometric-Wallpaper-HD-40.jpg

ΑΚΛΙΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

                              γράφω (απαρέμφατο)

ESPAÑOL:             escribir (infinitivo)

ENGLISH:              to write (infinitive)

PORTUGUÊS:       escrever (infinitivo)

         escrever, -res, escrever, -rmos, -rdes, -rem (infinitivo pessoal, προσωπικό απαρέμφατο > κλιτό)

DEUTSCH:             schreiben (Infinitiv)

γράφεται (απαρέμφατο σε αυτοπαθή μορφή)

escribirse (reflexivo)

to be written

escrever-se (reflexivo)

sich schreiben

γράφω [τώρα] (απαρέμφατο διαρκείας με γερούνδιο / ενεργητική μετοχή ενεστώτα)

estar escribiendo

to be writing (continuous / progressive)

estar a escrever (Pt.) / estar escrevendo (Br.)

(μπορεί να δημιουργηθεί με τον απλό ενεστώτα + gerade / gleich)

“το να έχει γράψει κανείς” (απαρέμφατο παρακειμένου / επίσης ουσιαστικοποιείται)

haber escrito 

to have written

ter escrito

ter, -res, ter, -rmos, -rdes, -rem escrito (infinitivo pessoal, προσωπικό απαρέμφατο ετεροπροσωπίας)

geschrieben haben (ρήματα κίνησης & κατάστασης με sein, π.χ.: gegangen sein)

“το να έχει γραφτεί” (απαρέμφατο παρακειμένου σε αυτοπαθή μορφή, που μπορεί να ουσιαστικοποιηθεί)

haberse escrito

to have been written

ter-se escrito

“το να έχει γράψει κανείς” [με διάρκεια]

haber estado escribiendo

to have been writing

ter estado escrevendo (+ προσωπικό απαρέμφατο)

γράφοντας (ενεργητική μετοχή ενεστώτα / γερούνδιο)

escribiendo (grundio)

writing (gerund)

escrevendo (gerúndio)

schreibend (Partizip Präsens) (σπάνιο) (κλίνεται ως  επίθετο: -er, -e, es, και στις πτώσεις: -em, -en)

— (ο προηγούμενος τύπος σε αυτοπαθή μορφή)

escribiéndose

being written

escrevendo-se

έχοντας γράψει

habiendo escrito

having written

tendo escrito

έχοντας γραφτεί

habiéndose escrito

having been written

“το να είναι κάτι γραμμένο”

ser / estar escrito (pasiva del estado, παθητική της κατάστασης)

to be written (passive voice)

ser / estar escrito (passiva de estado, παθητική της κατάστασης)

geschrieben werden / sein (Zustandpassiv, παθητική κατάστασης)

“το να έχει γραφτεί”

haberse escrito

to have been written

ter-se escrito

geschrieben worden sein / geschrieben gewesen sein (παθητική κατάστασης)

γράψει (στα ελληνικά θεωρείται απαρέμφατο, αλλά στις υπόλοιπες γλώσσες: παθητική μετοχή παρακειμένου)

escrito (participio del perfecto)

written (past participle)

escrito (particípio do perfeito)

geschrieben (Partizip Perfekt)

γραμμένος, -η, ο (μετοχή παρακειμένου, λειτουργεί & ως επίθετο και τότε κλίνεται σε γένος & αριθμό)

escrito, -a //-s

written (τα αγγλικά επίθετα δεν κλίνονται)

escrito, -a // -s

geschrieben(-er, -e, -es) (κλίνονται ως επίθετα: -em, -en)

images

https://www.google.gr/search?q=verb&rlz=1C1AVNE_enGR650GR650&es_sm

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ: ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

γράφω (ενεστώτας)

escribo (presente)

I write (present)

escrevo (presente)

ich schreibe (Präsens)

γράφω [τώρα] (ενεστώτας διαρκείας)

estoy escribiendo

I am writing (present continuous – progressive)

estou a escrever (Pt.) / estou escrevendo (Br.)

(Στα γερμανικά δεν υπάρχουν χρόνοι διαρκείας. Αυτές οι έννοιες σχηματίζονται με επιρρήματα, όπως: gerade, gleich κλπ.)

έγραφα (παρατατικός)

escribía (pretérito imperfecto)

I used to write 

escrevia (pretérito imperfeito)

ich schrieb (Präteritum)

έγραφα [εκείνη τη στιγμή] (ο ίδιος χρόνος σε μορφή διαρκείας)

estaba escribiendo

I was writing (past continuous)

estava a escrever / estava escrevendo

έγραψα (αόριστος)

escribí (pretérito indefinido)

I wrote (past simple)

escrevi (pretérito perfeito)

ich habe geschrieben (Perfekt) (ο γερμανικός παρακείμενος παίρνει θέση αορίστου)

— (μορφή αορίστου διαρκείας , που δεν έχει ακριβή μετάφραση στα ελληνικά)

estuve escribiendo

— (δεν έχει αγγλική αντιστοιχία. Μπορεί να αντικατασταθεί από τον τύπο: I was writing)

estive a escrever / estive escrevendo

έχω γράψει (παρακείμενος)

he escrito (pretérito perfecto)

I have written (present perfect)

tenho escrito (pretérito perfeito composto)

— (Ο γερμανικός παρακείμενος παίρνει θέση αορίστου)

“έχω που γράφω [τόσο καιρό]” (περιφραστική μορφή διαρκείας του παρακειμένου)

he estado escribiendo

I have been writing (present perfect continuous)

tenho estado escrevendo

— 

είχα γράψει (υπερσυντέλικος)

había escrito (pretérito pluscuamperfecto)

I had written (past perfect)

tinha escrito / escrevera (pretérito mais-que-perfeito)

ich hatte geschrieben (Plusquamperfekt)

“είχα [τόσο καιρό] που έγραφα” (περιφραστική μορφή διαρκείας του υπερσυντέλικου)

había estado escribiendo

I had been writing (past perfect continuous)

tinha estado escrevendo

— (ο επόμενος χρόνος δεν έχει ελληνική αντιστοιχία και εκφράζει έννοιες μεταξύ αορίστου και υπερσυντέλικου):

hube escrito (pretérito anterior) (παλαιότερος τύπος, αντιστοιχεί με το πορτογαλικό: escrevera)

θα έχω γράψει (συντελεσμένος μέλλοντας)

habré escrito (futuro perfecto)

I will / shall have written (future perfect)

terei escrito / vou ter escrito (futuro perfeito)

ich werde geschrieben haben (Futur II) (ich werde gegangen sein)

“θα κλείνω [τόσο καιρό] που γράφω” (περιφραστική μορφή διαρκείας του συντελεσμένου μέλλοντα)

habré estado escribiendo

I will / shall have been writing (future perfect continuous)

 terei estado escrevendo

θα γράψω (μέλλοντας)

escribiré (futuro)

I will / shall write (future simple)

escreverei (futuro)

ich werde schreiben (Futur I)

θα γράφω (μέλλοντας διαρκείας)

estaré escribiendo

I will / shall be writing (future continuous)

estarei escrevendo

images (1)

https://www.google.gr/search?q=verbo&rlz

ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

πρόκειται να γράψω

voy a escribir

I am going to write

 vou escrever

πρόκειται να γράφω

voy a estar escribiendo

I am going to be writing

 vou estar escrevendo

γράφω σιγά-σιγά

voy escribiendo

vou / ando escrevendo

επρόκειτο να γράψω

iba a escribir

I was going to write

ia escrever

επρόκειτο να έγραφα

iba a estar escribiendo

[το] έγραφα σιγά-σιγά

iba escribiendo

ia escrevendo

θα [το] γράφω σιγά-σιγά

iré escribiendo

irei escrever (ισοδυναμεί με το: I am going to write)

[κάποια μέρα] πρέπει να γράψω

he de escribir

— (ισοδυναμεί με το: Some day, I might / should / have to write)

hei-de escrever

έχω [καιρό τώρα] που γράφω

llevo escribiendo (περίπου ισοδύναμο του: he estado escribiendo)

— (ισοδυναμεί με το: I have been writing)

είχα [καιρό τότε] που έγραφα

llevaba escribiendo (περίπου ισοδύναμο του: había estado escribiendo)

— (ισοδυναμεί με το: I had been writing)

έχω [έως τώρα] γράψει 

llevo escrito

είχα [έως εκείνη τη στιγμή] γράψει

llevaba escrito

μόλις έγραψα

acabo de escribir

acabo de escrever

μόλις είχα γράψει

acababa de escribir

acabava de escrever

συνήθως έγραφα

I used to write 

I am used to writing (έχω συνηθίσει [σ]το γράψιμο)

costumava escrever

πρέπει να γράψω

tengo que escribir

I have to write

tenho de / que (προφορικός λόγος) escrever

ich muss / soll schreiben 

images (4)

https://www.google.gr/search?q=ρήμα&rlz

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ:

γράψε, γράφε!

¡escribe!

write!

escreve!

schreib(e)!

μη γράψεις, μη γράφεις!

¡no escribas!

don’t write!

não escrevas!

schreib nicht!

“να το έχεις γραμμένο”

¡tenlo escrito!

have it written!

tem-no escrito!

habe geschrieben!

images (5)

https://www.google.gr/search?q=ρήμα&rlz

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ:

(μακάρι να, ίσως, όταν, άμα, αφού) (εσύ θέλεις εγώ να) γράψω

(que) escriba

(I ask) he / she write (bare infinitive = γυμνό απαρέμφατο)

(que) escreva

ich schreibe, -est, -e, -en, -et, -en (Το Konjunktiv Ι χρησιμοποιείται στον πλάγιο λόγο)

να  γράφω

(ojalá) esté escribiendo

(I ask) he / she be writing (σπάνιος τύπος)

esteja escrevendo

να έγραφα

escribiera / escribiese

escrevesse

ich schriebe (To Κonjunktiv II χρησιμοποιείται στον υποθετικό λόγο)

— (ο προηγούμενος ρηματικός τύπος σε μορφή διαρκείας)

estuviera / estuviese escribiendo

estivesse escrevendo

να έχω γράψει

haya escrito

tenha escrito

ich habe, -est, -e, -en, -et, -en geschrieben (για πλάγιο λόγο)

(ίσως) θα έχω [τόσο καιρό] που γράφω

haya estado escribiendo

να είχα γράψει

hubiera / hubiese escrito

tivesse escrito

ich hätte geschrieben (για υποθετικό λόγο)

να είχα [τόσο καιρό] που έγραφα

hubiera/ hubiese estado escribiendo

αν τυχόν γράψω (στο μέλλον)

escribiere (σε νομικά κείμενα)

escrever, -es, escrever, -rmos, (-rdes) -rem

ich werde, -est, -e, -en, -et, en schreiben (πλάγιος λόγος)

αν τυχόν είχα γράψει

hubiere escrito

tiver, -res, tiver, -rmos, (-rdes), -rem escrito (υποτακτική συντελεσμένου μέλλοντα)

ter, -res, ter, -rmos, -rdes, -em escrito (infinitivo pessoal, προσωπικό απαρέμφατο)

ich werde, -est, -e, -en, -et, en geschrieben haben (πλάγιος λόγος)

+ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

(ίσως) πρόκειται να γράψω

vaya a escribir

vá escrever

(ίσως) επρόκειτο να έγραφα

fuera / fuese a escribir

fosse escrever

images (3)

https://www.google.gr/search?q=ρήμα&rlz

ΕΥΚΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ:

θα έγραφα [γενικά]

escribiría (condicional)

I would write

escreveria

ich würde schreiben

θα έγραφα [αυτήν τη στιγμή]

estaría escribiendo

I would be writing

estaria escrevendo

θα είχα γράψει

habría escrito

I would have written

teria escrito

ich würde geschrieben haben

θα είχα [τόσο καιρό] που έγραφα

habría estado escribiendo

I would have been writing

teria estado escrevendo

+ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

(ίσως) να έγραφα σιγά-σιγά

iría escribiendo

(ίσως) να είχα [τόσο καιρό] που έγραφα

llevaría escribiendo

I might have been writing

images (2)

ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ: ΟΡΙΣΤΙΚΗ

είναι γραμμένο

es / está (παθητική της κατάστασης) escrito, -a //-s

it is written

é / está (παθητική της κατάστασης) escrito, a // -s

wird / ist  (παθητική της κατάστασης) geschrieben

          (Tα ρήματα κίνησης & κατάστασης, που σχηματίζουν χρόνους με το βοηθητικό sein, όπως το gehen: ich bin gegangen, δεν μετατρέπονται στην παθητική φωνή.)

γράφεται [γενικά]

se escribe

escreve-se (Pt.) / se escreve (Br.)

man / sich schreibt

γράφεται [τώρα]

se está escribiendo

it is being written

está a escrever-se (Pt.) / se está escrevendo (Br.)

ήταν γραμμένο (παρατατικός)

era / estaba escrito

it was written

era / estava escrito

wurde / war geschrieben

γραφόταν [γενικά]

se escribía

escrevia-se

γραφόταν [εκείνη τη στιγμή]

se estaba escribiendo

it was being written

 se estava escrevendo

ήταν γραμμένο (αόριστος)

fue / estuvo escrito

foi / esteve escrito

γράφτηκε

se escribió

escreveu-se

γράφτηκε / γραφόταν [για μία στιγμή]

se estuvo escribiendo

έχει γραφτεί

ha sido / estado escrito

it has been written

tem sido / estado escrito

ist geschrieben worden / ist geschrieben gewesen (παθητική της κατάστασης) (παρακείμενος = αόριστος)

(το ίδιο)

se ha escrito

tem-se escrito

(παρακείμενος = αόριστος)

έχει [τόσο καιρό] που γράφεται

ha estado escribiéndose

είχε γραφτεί

había sido / estado escrito

it had been written

tinha sido / estado escrito

war geschrieben worden / war geschrieben gewesen (παθητική της κατάστασης)

(το ίδιο)

se había escrito

tinha-se escrito

είχε [τόσο καιρό] που γραφόταν

había estado escribiéndose

θα έχει γραφτεί

habrá sido / estado escrito

it will have been written

terá sido / estado escrito

wird geschrieben worden sein / wird geschrieben gewesen sein (παθητική της κατάστασης)

(το ίδιο)

se habrá escrito

ter-se-á escrito (Pt.) / se terá escrito (Br.) 

θα έχει [τόσο καιρό] που γράφεται

habrá estado escribiéndose

θα είναι γραμμένο

será / estará escrito

it will be written

será / estará escrito

wird geschrieben werden (σπάνιο) / wird geschrieben sein (παθητική της κατάστασης)

θα γραφτεί

se escribirá

escrever-se-á (Pt.) / se escreverá (Br.)

θα γράφεται

se estará escribiendo

se estará escrevendo

keep-calm-and-conjugar-os-verbos

http://www.keepcalm-o-matic.co.uk/p/keep-calm-and-conjugar-os-verbos/

ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ: ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ

πρόκειται να είναι γραμμένο

va a ser / estar  escrito

it is going to be written

vai ser / estar  escrito

πρόκειται να γραφτεί

se va a escribir

vai-se escrever

επρόκειτο να είναι γραμμένο

iba a ser / estar escrito

it was going to be written

ia ser / estar escrito

επρόκειτο να γραφόταν

se iba a escribir

ia-se escrever

μόλις [τώρα] γράφτηκε

acaba de escribirse

acaba de se escrever

μόλις [τότε] γράφτηκε

acababa de escribirse

acabava de se escrever

images (2)

https://www.google.gr/search?q=ρήμα&rlz

ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ: ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

(άμα, ίσως, να) είναι γραμμένο

(que) sea / esté escrito

be written!

(que) seja / esteja escrito

werde, -est, -e, -en, -et, -en / sei geschrieben (παθητική της κατάστασης) (πλάγιος λόγος)

να γραφτεί

(que) se escriba

(que) se escreva

(μακάρι) να γράφεται

(ojalá) se esté escribiendo

(Το ρήμα wish = εύχομαι να…, συντάσσεται με Past simple simple)

tomara que se esteja a escrever (Pt.) / oxalá se esteja escrevendo (Br.)

(σχηματίζεται με τον προηγούμενο τύπο)

να ήταν γραμμένο

fuera-fuese / estuviera-estuviese escrito

fosse / estivesse escrito

würde / wäre geschrieben (υποθετικός λόγος)

να γραφόταν

se escribiera / se escribiese

se escrevesse

(το ίδιο, σε μορφή διαρκείας)

se estuviera escribiendo

se estivesse escrevendo

να έχει γραφτεί

haya sido / estado escrito

have it written! (causative form)

tenha sido / estado escrito

sei geschrieben worden / gewesen (παθητική της κατάστασης)

(το ίδιο)

se haya escrito

se tenha escrito

(ίσως) να έχει [τόσο καιρό] που γράφεται

haya estado escribiéndose

να είχε γραφτεί

hubiera-hubiese sido / estado escrito

tivesse sido / estado escrito

wäre geschrieben worden / gewesen (πλάγιος λόγος / υποθετικός λόγος)

(το ίδιο)

se hubiera / hubiese escrito

se tivesse escrito

(το ίδιο σε αυτοπαθή τύπο)

hubiera / hubiese estado escribiéndose

αν τυχόν ήταν γραμμένο 

fuere / estuviere escrito

for / estiver escrito

werde, -est, -e, -en, -et, -en geschrieben werden (σπάνιο) / sein

(το ίδιο)

se escribiere

se escrever, -res, escrever, -rmos, -rdes, -rem (υποτακτική μέλλοντα + προσωπικό απαρέμφατο)

αν τυχόν είχε υπάρξει γραμμένο

hubiere sido / estado escrito

tiver sido / estado escrito

würde geschrieben werden

αν τυχόν είχε γραφτεί

se hubiere escrito

se tiver escrito

images

https://www.google.gr/search?q=ρήμα&rlz

ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ: ΕΥΚΤΙΚΗ ΕΓΚΛΙΣΗ

θα ήταν γραμμένο

sería / estaría escrito

it would be written

seria / estaria escrito

θα γραφόταν [γενικά]

se escribiría

escrever-se-ia / se escreveria

θα γραφόταν [εκείνη τη στιγμή]

estaría escribiéndose

se estaria escrevendo

θα είχε γραφτεί

habría sido / estado escrito

it would have been written

teria sido / estado escrito

würde geschrieben worden / gewesen sein

(το ίδιο)

se habría escrito

ter-se-ia escrito / se teria escrito

θα είχε [τόσο καιρό] που γραφόταν

 se habría estado escribiendo

images (3)

https://www.google.gr/search?q=ρήμα&rlz

Για περισσότερες απορίες γύρω από αυτό το θέμα, ή γενικότερα, για τις γλώσσες & τους πολιτισμούς τους, επικοινωνήστε μαζί μας:

Ιδιαίτερα μαθήματα γλωσσών στον χώρο σας, Ηλίας Ταμπουράκης & Maricela Jiménez, κιν.: 6951614346 & 6939777085

Advertisements

3 responses to “Απορίες στη γλώσσα ? Αντιστοιχία ρηματικών τύπων σε 5 γλώσσες.

  1. Pingback: Μεθοδολογία ! Μαθαίνω γλώσσα: Αλήθειες & Μύθοι… | Ιδιαίτερα μαθήματα ξένων γλωσσών

  2. Pingback: Απορίες στη Γλώσσα ? Γερμανική κλίση άρθρων, επιθέτων & ουσιαστικών & αντωνυμιών | Ιδιαίτερα μαθήματα ξένων γλωσσών

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s